Movies For The Masses

Challenging common sense since 2004

Παρασκευή, Ιανουάριος 28, 2005

A Very Long Engagement - Review

A Very Long Engagement - Ατέλειωτοι Αρραβώνες

3.5/5 (3.5/5)

Σκηνοθεσία: Jean-Pierre Jeunet
Σενάριο: Jean-Pierre Jeunet, Guillaume Laurant, Sebastien Japrisot (νουβέλα)
Παίζουν: Audrey Tautou, Gaspard Ulliel, Dominique Pinon

Ο Jean-Pierre Jeunet δεν είναι άγνωστος σ’ όσους παρακολουθούν τις εξελίξεις του σύγχρονου γαλλικού κινηματογράφου. Πριν από 14 χρόνια άφησε τους μικρομηκάδες για να παρουσιάσει το εκστατικό του ντεμπούτο στις μεγάλου μήκους ταινίες, το Delicatessen, την πρώτη μαρτυρία του φυσικού του ταλέντου σε μια οπτική φινέτσα κι ένα στυλ πρωτόγνωρο και συναρπαστικό, παρέα με τον μέχρι τότε αχώριστο συνεργάτη του, Marc Caro. Στη συνέχεια (μετά το City of Lost Children και τη συνεργασία τους στο Alien: Resurrection), το δίδυμο χωρίστηκε, καθώς ο Caro ασχολήθηκε αποκλειστικά με το σχέδιο, κι ο Jeunet έγινε διάσημος με την Amelie.

Η Amelie βέβαια εκτός από τον Jeunet, μετέτρεψε σε star πρώτου μεγέθους και την Audrey Tautοu, που κρατούσε το ρόλο του τίτλου. Οπότε δεν είναι και μεγάλη έκπληξη που η Tautοu δεν έχασε την ευκαιρία να μεταφέρει το χαρακτήρα της Amelie, στα πιο σκοτεινά, ματοβαμμένα, λασπώδη χαρακώματα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Στους Ατέλειωτους Αρραβώνες, η Tautοu είναι η Mathilde, μια νεαρή κοπέλα, που μετά το τέλος του Πολέμου, προσλαμβάνει ένα ιδιωτικό ντετέκτιβ και του αναθέτει να βρει τον αρραβωνιαστικό της, για τον οποίο είναι σίγουρη ότι επιβίωσε από τα χαρακώματα. Έτσι ξετυλίγεται η ιστορία πέντε στρατιωτών, που συνελήφθησαν να προσπαθούν να αυτοτραυματιστούν για να επιστρέψουν σπίτι τους, κι αντί να εκτελεστούν, εγκαταλείφθηκαν στη No Man’s Land, το χώρο ανάμεσα στα αντιμαχόμενα Γαλλικά και Γερμανικά στρατόπεδα.

Οι ιστορίες εκτυλίσσονται παράλληλα, και εμπλουτίζονται με flashbacks στο παρελθόν των στρατιωτών, χαριτωμένα περιστατικά από τις ζωές των αναρίθμητων χαρακτήρων που συναντάμε στην πορεία, και ένα σωρό άλλα πράγματα που περιπλέκονται με χάρη για να χαρίσουν στην ταινία την επική της διάσταση και διάρκεια.

Το Alien: Resurrection, η τέταρτη και ξεκάθαρα η πιο αδύναμη στιγμή του franchise, απέδειξε την πλήρη αδυναμία του Jeunet να χειριστεί και να αφηγηθεί μια ιστορία με τον παραδοσιακό στρωτό τρόπο. Έτσι σ’ αυτή την ταινία ο μεγάλος πρωταγωνιστής είναι και πάλι η ευφάνταστη, επιθετική, αρτίστικη, βεβιασμένα φτιαχτή και υπέροχα σουρεαλιστική κινηματογραφική ατμόσφαιρα του Jeunet, που φυσικά περνά και στο σενάριό του. Οπότε το αν θα απολαύσετε την ταινία, εξαρτάται σε πολύ μεγάλο βαθμό από το κατά πόσο σας αρέσει το στυλ του σκηνοθέτη, που είναι ούτως ή άλλως το trademark του. Αν ναι, τότε θα χορτάσετε 130 και κάτι λεπτά απ’ αυτό. Ειδάλλως, οι Ατέλειωτοι Αρραβώνες, ενδέχεται να σας φανούν πραγματικά ατέλειωτοι.
Τετάρτη, Ιανουάριος 26, 2005

Ray - Review

Ray
5/5(5/5)
Σκηνοθεσία: Taylor Hackford
Σενάριο: Taylor Hackford, James L. White
Παίζουν: Jamie Foxx, Kerry Washington, David Krumholz

Τι είναι αυτό που μπορεί να μετατρέψει μια εν γένει πολύ καλή ταινία σε αριστούργημα; Λίγα πράγματα. Ένα απ’ αυτά, η ικανότητα του πρωταγωνιστή τους να την απογειώσει. Παράδειγμα; Το Ray.

Η ιδιοφυΐα, το ταλέντο, η μαγεία και η έμπνευση του ανθρώπου που λεγόταν Ray Charles, γίνονται η ιδιοφυΐα, το ταλέντο, η μαγεία και η έμπνευση του νεαρού ηθοποιού ονόματι Jamie Foxx, που υποδυόμενος με εκστατικό, κολασμένα ηλεκτρισμένο τρόπο τον νέγρο που άλλαξε το πρόσωπο της μουσικής της εποχής του, καρφώνεται στο κέντρο του ενδιαφέροντος του Hollywood και γίνεται ένα από τα πιο άξια φαβορί των φετινών Όσκαρ.

Ο σκηνοθέτης-σεναριογράφος-παραγωγός Taylor Hackford (An Officer and a Gentleman, The Devil’s Advocate, Proof Of Life) μεταφέρει στην οθόνη τη ζωή του τυφλού τραγουδιστή, με ένα project που προσπαθούσε να στήσει και να ολοκληρώσει τα τελευταία 15 χρόνια, παλεύοντας με όλα τα δεινά που αντιμετωπίζει μια τόσο φιλόδοξη low-budget ανεξάρτητη παραγωγή. Βλέπετε, στη μεγάλη του προϊστορία, δεν είχε δείξει ποτέ ότι προοριζόταν για σπουδαία πράματα, οπότε υποθέτω ότι αυτό δυσκόλεψε την εύρεση χρηματοδοτών. Και έτσι είναι. Το Ray στην ουσία είναι μια αξιοπρεπέστατη παραγωγή, που εκμεταλλευόμενη το μεγάλο αντίκτυπο που έχει ακόμη και σήμερα στην pop κουλτούρα η μεγάλη περσόνα με την οποία καταπιάνεται, εξασφαλίζει αυξημένο ενδιαφέρον. Αλλά ο Foxx είναι αυτός που τη μετατρέπει σε μια πραγματικά εξαιρετική ταινία.

Η βαθιά συγκινητική, ολοκληρωμένη, επιθετική ερμηνεία του, ο τρόπος που εισβάλει στο πετσί του Charles, στην ψυχή και την ύπαρξη της δαιμονισμένης προσωπικότητας, η ικανότητά του να σε βγάζει από το τριπάκι του «κοίτα πώς πετυχαίνει τις κινήσεις του» και να σε κάνει να τον αποδέχεσαι σαν τον Ray Charles τον ίδιο, αξίζει μια θέση στην αιωνιότητα. Και θα την έχει! Θυμηθείτε το, σε μια γενιά από τώρα, τα παιδιά που δεν πρόλαβαν ποτέ να δουν τον Ray Charles ζωντανό, όταν ακούν το όνομά θα φέρνουν στο μυαλό τους αντανακλαστικά το πρόσωπο και την εικόνα του Jamie Foxx.

Έφτασε και πέρασε, η δεύτερη καλύτερη μέρα του χρόνου για όποιον θεωρεί τον εαυτό του σοβαρό εραστή του σινεμά. Η ανακοίνωση των υποψηφιοτήτων για τα φετινά Όσκαρ, που έγινε το μεσημεράκι (ώρα Ελλάδος) της Τρίτης, δεν έκρυβε ιδιαίτερες εκπλήξεις, εκτός ίσως από τις δυσάρεστες. Ο Paul Giammati του Sideways, πραγματικός θριαμβευτής στα μικρότερα βραβεία μέχρι τις Χρυσές Σφαίρες, αυτά των διαφόρων ενώσεων των αμερικανών κριτικών, και φαβορί για μια θέση στις υποψηφιότητες, έμεινε στην απ’ έξω της κατηγορίας πρώτου ανδρικού, όπου ο Eastwood του Million Dollar Baby και ο DiCaprio του The Aviator μάλλον συγκεντρώνουν τις πιο πολλές πιθανότητες. Για τον Carrey βέβαια ούτε λόγος, και γι’ αυτό μπορεί να ευχαριστήσει όποιον αποφάσισε να διανείμει την Αιώνια Λιακάδα Ενός Καθαρού Μυαλού πολύ νωρίς στη χρονιά, αδιαφορώντας για την οκνηρή μνήμη των γηραιών της Ακαδημίας.

Όπως θα είδατε στις λίστες με τις υποψηφιότητες, ο Aviator ηγείται της κούρσας συγκεντρώνοντας 11 εμφανίσεις, ενώ ισχυρή είναι και η παρουσία του Sideways, με 5 παρουσίες, όλες σε σημαντικές κατηγορίες. Στις ταινίες με μεγάλο οσκαρικό δυναμικό ανήκει και το Million Dollar Baby, η ιστορία ενός τελειωμένου προπονητή πυγμαχίας που αναλαμβάνει να εκπαιδεύσει μια γυναίκα ηλικίας κατά πολύ μεγαλύτερης από το μέσο όρο των αντιπάλων της, και τη φτάνει ένα βήμα πριν την κορυφή. Η νέα σκηνοθετική δουλειά του Clint Eastwood, στην οποία κρατά και πρωταγωνιστικό ρόλο, έχει μαζέψει επτά υποψηφιότητες, και είναι το μεγάλο φαβορί τουλάχιστον για τις τρεις. Τα μεγάλα ερωτήματα που προκύπτουν είναι: πού είναι το Kinsey, και τι δουλειά έχει στις καλύτερες ταινίες το Finding Neverland!

Η πρώτη καλύτερη μέρα (ή νύχτα) του χρόνου, θα έρθει σε έναν περίπου μήνα από τώρα, τα ξημερώματα της 28ης του Φλεβάρη, οπότε και το Kodak Theatre του Hollywood θα μαζέψει στα βελούδινα καθίσματά του το καϊμάκι της showbiz, για να φιλοξενήσει την 77η Τελετή Απονομής των Βραβείων Όσκαρ. Μετρώντας τις μέρες μέχρι τότε, κάθε εβδομάδα θα αναλύουμε και θα μαντεύουμε ποιος καλός κύριος θα σηκώσει το περιπόθητο αγαλματάκι, στις τέσσερις πιο δημοφιλείς κατηγορίες: Πρώτου Ανδρικού Ρόλου, Πρώτου Γυναικείου Ρόλου, Σκηνοθεσίας, και Καλύτερης Ταινίας. Την επόμενη Παρασκευή: Όσκαρ α' Γυναικείου.



Τετάρτη, Ιανουάριος 19, 2005

The Aviator - Review

The Aviator
3.5/5 (3/5)
Σκηνοθεσία: Martin Scorsese
Σενάριο: John Logan
Παίζουν: Leonardo DiCaprio, Cate Blanchett, John C. Reilly, Alec Baldwin

Μια ταινία με έναν μεγαλομανή, υποχόνδριο, αγοραφοβικό και τελειομανή κεντρικό χαρακτήρα, μπορεί να αποτελέσει τέλειο δείγμα σπουδής στις πιο σκοτεινές και τρομακτικές πτυχές της ανθρώπινης ψυχής, αυτές που μπορούν να σε φυλακίσουν σε μονομανίες και εμμονές πέραν πάσης λογικής. Στη χειρότερη περίπτωση, θα μπορούσε να γίνει μια απ’ αυτές τις ταινίες που σου δείχνουν ότι τι καλό σου κάνει να σου ανήκει το μισό ακαθάριστο εισόδημα της Αμερικής, αν ποτέ δεν έχεις χρόνο να πας για ψώνια. Και ποιος καλύτερος σκηνοθέτης από τον Martin Scorsese, για να απλώσει στο πανί αυτή τη δύσβατη πλευρά του ανθρώπινου ψυχισμού; Άλλωστε αυτή του η ικανότητα δεν ήταν που μετέτρεψε το Οργισμένο Είδωλο και τον Ταξιτζή σε σύγχρονα αριστουργήματα;

Κι όμως, εδώ δεν το κάνει. Γιατί στο Aviator, απ’ ό,τι φαίνεται, δεν είναι ακριβώς αυτός ο σκοπός του, μιας και σε 170 λεπτά (αυτό είναι δύο ώρες και πενήντα λεπτά, δεν είναι αστεία πράματα) προτιμά να παρουσιάσει τις μέρες της δόξας του Howard Hughes, του νεαρού Τεξανού, κληρονόμου αμύθητης περιουσίας, που έθεσε νέα τεχνικά στάνταρ γυρίζοντας ταινίες με αεροπλάνα, που πέταξε γύρω από τον πλανήτη, που έσπασε ρεκόρ ταχύτητας και έδωσε καινούριο πρόσωπο στον σήμερα αεροπορικό κολοσσό της TWA, που τα έπινε στο Coconut Grove στις μέρες της δόξας του, και κοιμήθηκε με την Jean Harlow, την Katherine Hepburn, και την Ava Gardner. Και όχι τα τελευταία 20 χρόνια του ίδιου ανθρώπου, που τα έζησε κλειδωμένος σε δωμάτια ξενοδοχείου. Κατανοητό. Οι τελευταίες αυτές δεκαετίες μάλλον θα ήταν αρκετά μονότονες.

Έτσι ο Scorsese επιλέγει την πιο φωτεινή οδό, και ντύνει την ταινία του με εντυπωσιακά χρώματα κι αρώματα από αλλοτινές εποχές, και αφήνει τις ενστικτώδεις σκηνοθετικές του ικανότητες να κουμαντάρουν την κάμερα. Και χωρίς αμφιβολία, η δημιουργική του έμπνευση και το έντονα διεισδυτικό του βλέμμα μένουν εκτός λήψης. Και μ’ αυτό εννοώ, ότι το The Aviator είναι μια καλή βιογραφική ταινία, αλλά δεν είναι μια εξαιρετική βιογραφική ταινία. Δεν είναι η μεγάλη επιστροφή του Scorsese, είναι, στην καλύτερη περίπτωση, η λιγότερο μέτρια ταινία του.

Ο Leonardo DiCaprio (που είναι και ο άνθρωπος που έφερε στα χέρια του Scorsese το project) κρατά κι εδώ, όπως και στις Συμμορίες της Νέας Υόρκης, τον πρωταγωνιστικό ρόλο, με τρόπο ικανοποιητικό για μια μέτρια ταινία, σουφρώνοντας τα φρύδια του στις σκηνές δραματουργικής έντασης, και χρησιμοποιώντας τη θεόσταλτη φυσική του γοητεία στις υπόλοιπες. Η ανεπάρκειά του γίνεται αισθητή όταν τον χαρακτήρα του πλαισιώνουν πιο επιβλητικές ερμηνευτικές παρουσίες όπως αυτή του John C. Reilly, ενώ χάνεται σχεδόν ολοκληρωτικά από την οθόνη για όσην ώρα κρατά το ειδύλλιο του Hughes με την Katherine Hepburn, την οποία υποδύεται με την πιο μπριόζικη και διασκεδαστική β’ γυναικεία ερμηνεία της χρονιάς η Cate Blanchett. Δεν ξέρω πώς ήταν η Hepburn στην πραγματικότητα, και δε μ’ ενδιαφέρει. Εγώ την Hepburn της Blanchett την ερωτευόμουν σε κάθε σκηνή απ’ την αρχή.

Εν γένει πάντως, το Aviator είναι διασκεδαστικό -κυρίως χάρη στα όμορφα σκηνικά και το δυνατό στη βάση του στόρι-, και οι σχεδόν τρεις ώρες της διάρκειάς του θα μπορούσαν να περνάνε πολύ πιο αργά. Γεγονός, ο μοντέρ θα μπορούσε να έχει κάνει πολύ περισσότερη δουλειά, αλλά πάλι, κι ο Scorsese θα μπορούσε να έχει γυρίσει μια καλύτερη ταινία. Το ότι η ταινία του βραβεύτηκε με τη Χρυσή Σφαίρα είναι ένα μικρό σκάνδαλο. Το να βραβευτεί και με το Όσκαρ, είναι απλά θέμα πολιτικής.
Δευτέρα, Ιανουάριος 17, 2005

The Last Trapper - Review

The Last Trapper – Ο Τελευταίος Κυνηγός
**(2/5)
Σκηνοθεσία: Nicolas Vanier
Σενάριο: Nicolas Vanier
Παίζουν: Norman Winter, May Loo

To Bowling for Columbine, το καυστικό ντοκιμαντέρ του Michael Moore για την οπλοκατοχή, πέρασε το μαχητικό ρεπορτάζ στον κινηματογράφο και μετέτρεψε τα ντοκιμαντέρ στα νέα αμερικάνικα blockbusters. Οι Ευρωπαίοι όμως, είχαν μυριστεί τις δυνατότητες του genre, μετά την εκπληκτική εισπρακτική επιτυχία του Μικρόκοσμου (1996), της γαλλικής παραγωγής που παρουσιάζοντας τη ζωή των εντόμων, πέρασε το μεταμεσονύκτιο πρόγραμμα της ΕΡΤ σε άλλα επίπεδα.

Τον Μικρόκοσμο ακολούθησαν –εν μέρει λόγω των δικών τους δυνατοτήτων, εν μέρει λόγω κεκτημένης ταχύτητας- τα Ταξιδιάρικα Πουλιά το 2001, ενώ φέτος έρχεται ο Τελευταίος Κυνηγός. Ο Nicolas Varnie, μας μεταφέρει στα Βραχώδη Όρη, εκεί που ζει ο Nortman Winter, ένας από τους τελευταίους θηρευτές. Αυτό σημαίνει ότι ο Winter κυνηγά μεγάλα θεριά, πουλά τις γούνες τους για χρήματα, χρησιμοποιεί το κρέας τους για τροφή, και μοιράζεται το οικοσύστημά τους για σπίτι. Κι έτσι περνάει ο καιρός. Μόνο που τον πετυχαίνουμε σε άσκημη περίοδο. Οι αχόρταγες πολυεθνικές, εισβάλουν στα λημέρια του για να τα αποψιλώσουν, διώχνοντας τα ζώα και τον ίδιο σε πιο παρθένες περιοχές. Αλλά ο Nortman δεν τους κρατάει κακία. Πάει εκεί που τον πάει η φύση.

Τι κοινό έχουν οι τρεις ταινίες; Εν αντιθέσει με τις αναλύσεις για τις αναπαραγωγικές διαδικασίες της πέστροφας και τις καταστροφικές συνήθειες του δάκου, με τις οποίες έχει συνδεθεί ο όρος ντοκιμαντέρ στην Ελλάδα, και οι τρεις τους καταπιάνονται με ένα φαινομενικά αδιάφορο θέμα, μετατρέποντάς το σε υπερθέαμα μαγευτικών τοπίων, συνοδευόμενων από ενίοτε συναρπαστικές «ανατροπές της πλοκής», ευγενική χορηγία του απρόβλεπτου ταμπεραμέντου των φυσικών φαινομένων. Α, και φυσικά, τον Thierry Machado, διευθυντή φωτογραφίας και των τριών ντοκιμαντέρ, υπεύθυνου για τα μαγευτικά τοπία, που είναι στην ουσία αυτά που κρατούν τον θεατή στην αίθουσα, γεμίζοντας το νεκρό χρόνο και, στην περίπτωση του Τελευταίου Κυνηγού, καλύπτοντας τους αδιάφορους διάλογους σαπουνόπερας.

Εν ολίγοις, στον Τελευταίο Κυνηγό θα έχετε την ευκαιρία να δείτε πώς ένας κάστορας φτιάχνει το φράγμα του, πώς μία και μόνη αλοιφή μπορεί να θεραπεύσει από πυρετό και διάρροια μέχρι πονοκέφαλο και μολύνσεις του αυτιού, και πώς ένας άντρας φτιάχνει από το μηδέν, χρησιμοποιώντας μόνο κορμούς δέντρων, αυτά τα υπέροχα καταφύγια που έχετε δει στα εφηβικά θρίλερ. Αν αυτό είναι το στυλ σας, καλώς ήρθατε στη χώρα του Marlboro. Ειδάλλως, σύντομα στην κρατική τηλεόραση.
Κυριακή, Ιανουάριος 16, 2005

oldyear

Top-Ten by cheaplog

oldboy
the assasination of richard nixon
eternal sunshine of the spotless mind
reconstruction
the incredibles
big fish
resident evil: apocalypse
spiderman 2
capturing the friedmans
diarios de motocicleta
Σάββατο, Ιανουάριος 15, 2005

The Grudge - Review

The Grudge – Η Κατάρα
**(2/5)

Σκηνοθεσία: Takasho Shimizu
Σενάριο: Takasho Shimizu (για το Ju-On), Stephen Susco
Παίζουν: Sarah Michelle Gellar, Bill Pullman, Jason Behr


Το πρόβλημα με τα ιαπωνικά μεταφυσικά θρίλερ της μετά-Ringu εποχής, όταν πρέπει να μετατραπούν σε αμερικανικά remake, είναι πως στην αρχική τους εκδοχή βασίζονται περισσότερο στη δύναμη της ατμόσφαιρας και των ξαφνικών μπου, παρά στη στιβαρή δομή του στόρι τους, που μένει να κρέμεται από την ικανότητα των θεατών να δεχτούν a priori την βαθιά μεταφυσική βάση του. Παραδόξως, αυτό δε φαίνεται να είναι το πρόβλημα της αμερικανικής version του Ju-On. Έχει άλλα, σοβαρότερα να αντιμετωπίσει.

Η Sarah Michelle Gellar, νοσηλεύτρια που κάνει την πρακτική της στην Ιαπωνία, βρίσκει τον εαυτό της σε ένα στοιχειωμένο σπίτι, να παρακολουθεί το τρομερό περιστατικό ενός φαντάσματος να ρουφά τη ζωή από μια ηλικιωμένη γυναίκα. Εντάξει, βγαίνει από το σπίτι, αλλά τα προβλήματά της δεν σταματούν εκεί. Τα φαντάσματα αρχίζουν να την ακολουθούν όπου κι αν πάει. Αυτή, είναι η Κατάρα, που κόστισε τη ζωή οποιουδήποτε μπήκε ποτέ σ’ εκείνο το σπίτι.

Ο δημιουργός του original (Ju-On), ο Takashi Shimizu, κάθισε στην καρέκλα του σκηνοθέτη και για το αμερικανικό remake. Μπορώ να τον φανταστώ να τσακώνεται με τους παραγωγούς για το ότι θέλει να το κάνει με Ιάπωνες, αυτοί να του λένε ότι είναι αμερικάνικη ταινία, και τελικά να συμβιβάζονται στο εξής εκπληκτικό: γύρνα πίσω στην Ιαπωνία με το cast μας, και όσα μέλη του cast έχουν screen time άνω των 4 ατακών, θα είναι Αμερικάνοι. Όλοι οι υπόλοιποι μπορούν να είναι σχιστομάτηδες, δε μας νοιάζει.

Οπότε το συνολάκι που προκύπτει ανήκει στη γειτονιά του γελοίου, όμως αυτό το ξεπερνάει κανείς εύκολα. Σε μια πρώτη ματιά, το The Grudge μοιάζει με ακριβή αναπαράσταση της γιαπωνέζικης ταινίας, όμως το πιο στρωτό, δυτικόμορφα δομημένο στόρι, κάνει την πλοκή πιο εύκολη να την παρακολουθήσει κανείς, και ακόμη κι αυτά τα «μπου» που λέγαμε, είναι πολύ πιο ξαφνικά και άρα πολύ πιο αποτελεσματικά αυτή τη φορά.

Το μεγάλο πρόβλημα της ταινίας, είναι η πρωταγωνίστρια: η Sarah Michelle Gellar, το αστέρι της πετυχημένης εφηβικής σειράς Buffy, the Vampire Slayer, έχει σφάξει πολλούς βρικόλακες για να τρομάξει με ένα κοριτσάκι που έχει προβλήματα με το λούσιμο. Κι αν όταν γύρω από την πρωταγωνίστρια ζωντανεύει η κόλαση, αυτή δεν μπορεί να δείξει τρομαγμένη, τότε κάτι δεν πάει καλά.
Τρίτη, Ιανουάριος 11, 2005

Sideways - Review

Sideways - Πλαγίως
**** (4/5)
Σκηνοθεσία: Alexander Payne
Σενάριο: Alexander Payne, Jim Taylor, Rex Pickett (τη νουβέλα)
Παίζουν: Paul Giamatti, Thomas Hayden Church, Virginia Madsen, Sandra Oh

Θα μου άρεσε να ξεκινήσω να μιλάω για την ταινία σα να ήταν ένα μπουκάλι κρασί, και να χρησιμοποιήσω λουσάτες λέξεις για αρώματα και πυκνότητες και γεύσεις και άλλα σχετικά, αλλά δυστυχώς, δεν ξέρω καμία. Δηλαδή εντάξει, ξέρω μερικές, αλλά δε νομίζω ότι φτάνουν. Να, ας πούμε, δεν ξέρω ποιος είναι ο ελληνικός όρος για το wine country…

Περιφραστικά πάντως, το wine country της California είναι επαρχιακή περιοχή της οποίας τεράστιες εκτάσεις είναι αφιερωμένες στην καλλιέργεια διαφόρων ποικιλιών σταφυλιού, με σκοπό την παραγωγή κρασιού. Επίσης είναι το μέρος όπου ο Miles (Giamatti), ένας κακόμοιρος, αποτυχημένος, αντικοινωνικός, μηδενικής αυτοεκτίμησης αλλά μεγάλου πάθους για το καλό κρασί τύπος, σκοπεύει να ξεναγήσει τον φίλο του Jack (Hayden Church), έναν αρρενωπό, ελαφρόμυαλο άντρα στο ζενίθ της ακόρεστης σεξουαλικότητας που συνοδεύει τη μέση ηλικία του. Για τον Miles, η εκδρομή στα μυστικά της οινογνωσίας θα είναι το bachelor party και το δώρο του στον Jack, τον οποίο και θα παντρέψει άμα τη επιστροφή τους. Για τον Jack, το ποιο κρασί είναι φρουτώδες και ποιο έχει έντονη οξύτητα, είναι παντελώς αδιάφορο. Θέλει να νιώσει χαρές στα σκέλια του, για να σιγουρευτεί ότι είναι έτοιμος να παντρευτεί. Κι εδώ μπαίνουν οι δυο γυναικείοι χαρακτήρες, η πηγή των προβλημάτων και ενδεχομένως της λύτρωσής τους.

Το Sideways είναι η νέα ταινία του Alexander Payne, του (ναι, ελληνοαμερικάνου) σκηνοθέτη που πριν από δύο χρόνια μας χάρισε τον κομμένο και ραμμένο για Όσκαρ μαραθώνιο χασμουρητών Σχετικά με τον Schmidt, που ένας φίλος περιέγραψε με τη γλαφυρή φράση: «μέχρι να τελειώσει, έχεις βγει στη σύνταξη».

Μετά την παραπάνω παράγραφο, πάω στοίχημα ότι οι μισοί από ‘σας έχετε αρχίσει να χτυπάτε το κεφάλι σας στην οθόνη, ενώ από τους άλλους μισούς κάνας-δυο συμφωνείτε και οι υπόλοιποι απλά δεν είχατε δει την ταινία.

Πέρα απ’ τους ρυθμούς του όμως, ο Payne (που μαζί με τον Jim Taylor είχαν γράψει και το σενάριο του Jurassic Park III, ό,τι κι αν μπορεί να σημαίνει αυτό) στον Schmidt είχε επιδείξει την εξαιρετική του ικανότητα να χειρίζεται χαρακτήρες, να τους αναλύει σε βάθος και να αναδεικνύει μικρές χαρακτηριστικές πτυχές που, σαν την άκρη ενός φιόγκου, τραβώντας ‘τες σου αποκαλύπτουν ξαφνικά το υπέροχο δώρο που κρύβουν από κάτω τους.

Η αγάπη των δύο σεναριογράφων για τους χαρακτήρες τους, λάμπει στο Sideways όπως οι ζουμεροί καρποί του Pinot στον ήλιο της California (αρχίσαμε…) και είναι αυτή η αγάπη που δίνει την παιχνιδιάρικη, άλλοτε γλυκιά κι άλλοτε πιπεράτη γεύση στην ταινία. Ο Miles κάτω από το αξιολύπητο παρουσιαστικό του, σε μαγεύει τόσο όταν μιλά γι’ αυτό που πραγματικά αγαπά, που νιώθεις ότι αυτό που πραγματικά τον κατατρώει είναι η μοναξιά της ιδιοφυΐας του, κι ας είναι πολύ ταπεινός για να το παραδεχτεί. Όσο για τον Jack, εντάξει, νομίζω όλοι ξέρουμε από έναν τέτοιον.

Οι ρόλοι αυτοί, δε θα μπορούσαν να εξυπηρετηθούν καλύτερα από άλλους ηθοποιούς, αλλά πάλι, ο Payne έχει κι αυτό το χαρακτηριστικό: να αναθέτει ρόλους σε ανθρώπους με τη δυνατότητα να μη σου επιτρέπουν να φανταστείς άλλον στη θέση τους. Ο Giamatti μετά και την ερμηνεία του στο περσινό American Splendor αρχίζει να σχηματίζει ένα σερί από εξαιρετικά αποτελεσματικές ερμηνείες –αν και θα έπρεπε να προσέξει λίγο τη μανιέρα-, ενώ ο Church, όντας ο ίδιος πρώην επιτυχημένος ηθοποιός σαπουνόπερας που έχει πέσει στην ανεργία, όπως και ο ρόλος του δηλαδή, είχε ένα προβάδισμα.

Η δε Virgnia Madsen, το ερωτικό ενδιαφέρον του Miles, στην πιο σπαραχτική σκηνή της ταινίας εμποτίζει τα λόγια της με τέτοια αμεσότητα και ειλικρίνεια που δεν αποκλείεται να τη δούμε στο κόκκινο χαλί των Όσκαρ το Φλεβάρη. Αγκαζέ με τον Giamatti βέβαια, που μάλλον έχει εξασφαλίσει άλλη μια υποψηφιότητα, έχοντας ήδη μαζέψει ένα σωρό υποψηφιότητες σε βραβεύσεις ενώσεων κριτικών, Χρυσές Σφαίρες και λοιπά βραβεία.


Ae Fond Kiss – Ένα τρυφερό φιλί
(3/5)
Σκηνοθεσία: Ken Loach
Σενάριο: Paul Laverty
Πρωταγωνιστούν: Atta Yaqub, Eva Birthistle


O Ken Loach, ο σκηνοθέτης του στρατευμένου σινεμά, αφήνει τους άνεργους, τους μετανάστες και τους αλκοολικούς για να καταπιαστεί με μια ερωτική ιστορία, προκαλώντας αρχικά έκπληξη σε όσους παρακολουθούν ανελλιπώς τη δουλειά του. Μια ταινία του Loach τόσο διαφορετική θεματολογικά... αλλά τόσο Loach τελικά. Γιατί αυτή η ιστορία αφορά τον αντίθετο με όλες τις πιθανότητες έρωτα μιας καθολικής Βρετανής και ενός Πακιστανού (αν και πρωτοεμφανιζόμενοι, οι νεαροί ηθοποιοί, είναι άψογοι στους ρόλους τους), λογοδοσμένο με μια ομοεθνή του, που δεν την έχει δει ποτέ.

Οι οικογενειακές πιέσεις και η θρησκευτική αναλγησία είναι θέματα που βγάζουν την ταινία έξω από τα γεωγραφικά της σύνορα, και που ο Loach μπορεί να διευθετήσει χωρίς δυσκολία, κρατώντας τις λεπτές ισορροπίες: χωρίς να είναι απαισιόδοξα σεξπηρικό ή αναίτια δραματικό, έχει τις σωστές δόσεις έρωτα, πόνου και κοινωνικού προβληματισμού, χωρίς να παίρνει το μέρος ούτε της μίας ούτε της άλλης πλευράς, ίσως μόνο της αγάπης. Περίεργο στ’ αλήθεια να βγει τόσο ρομαντική μία ταινία του Loach, αλλά αυτή είναι και η απόδειξη πως ένα τηλεοπτικό άρλεκιν μπορεί μέσα από την ματιά ενός αξιόλογου σκηνοθέτη να γίνει ένα πραγματικά τρυφερό φιλί.
Παρασκευή, Ιανουάριος 07, 2005

2004 Top 10

Η πρωτοχρονιά, εκτός από τον Αι Βασίλη και τα δώρα, φέρνει και τις λίστες. Ιδού και το δικό μου top 10 των ταινιών του 2004 χωρίς πολλά-πολλά. Αναμένω σχόλια, εντάσεις, παρατηρήσεις.

1. Old Boy
Το αριστούργημα της χρονιάς, μια ελεγεία βίας από την Κορέα, με σκηνοθεσία που βγάζει μάτια, soundtrack που κόβει αυτιά, σενάριο που τινάζει μυαλά στον αέρα, και ένα πεντάλεπτο μονόπλανο ανελέητο αιματοκύλισμα που σου παίρνει τη μαγκιά. Παίζεται ακόμη στο ΑΤΤΙΚΑ, καλύτερα να μην το χάσετε.

2. Big Fish
Η μεγάλη επιστροφή του Tim Burton με ένα από τα καλύτερα χαρμάνια χιούμορ και συγκίνησης που έχει πετύχει ποτέ, αμπαλαρισμένο με την ανυπέρβλητη παιχνιδιάρικη ματιά του. Ίσως το καλύτερο παραμύθι ενός από τους πιο ιδιαίτερους παραμυθάδες του αμερικανικού σινεμά.

3. Eternal Sunshine of the Spotless Mind
Η πεμπτουσία των αντισυμβατικών ρομάντζων, ειπωμένη με τον ευφυή, αφηρημένο κωμικό τρόπο του διαβόητου σεναριογράφου Charlie Kaufman, με την καλύτερη ίσως ερμηνεία του Jim Carrey ever. Κρίμα που το ότι βγήκε τόσο νωρίς στη σαιζόν, ίσως του στερήσει την πορεία που του αξίζει στα επερχόμενα Όσκαρ.

4. Head/On
Έτερο αντισυμβατικό ρομάντζο, γερμανόφωνο αλλά τουρκοτραφές, το εκρηκτικό Head On του Γερμανού Fatih Akin ήταν μια από τις καλύτερες ταινίες που έπαιξαν φέτος οι Νύχτες Πρεμιέρας. Η μεγάλη του διάρκεια ίσως κουράσει, αλλά όχι γιατί θα βαρεθείτε, αλλά γιατί δεν θα αντέξετε το επιθετικό του νεύρο.

5. Bad Education
Με διαφορά η καλύτερη ταινία του Αλμοδοβάρ, μιας και είναι η πιο αντι-αλμοδοβαρική του. Σε διαφορετική περίπτωση δε νομίζω ότι θα την έβαζα στο top 10 μου, αλλά με το πολυεπίπεδο σενάριο, την εκπληκτική κάντε-με-σταρ ερμηνεία του Gael Garcia Bernal, και την τόσο ώριμη σκηνοθεσία, κερδίζει φαν και μη του Ισπανού σκηνοθέτη.

6. Spider-Man 2
Άλλη μια μεγάλη απόδειξη του ότι οι uber-cult δημιουργοί μπορούν να γίνουν οι καλύτεροι αναμορφωτές του θεαματικού Hollywood (βλ. Peter Jackson στον Άρχοντα, και Sam Raimi εδώ). Κι αν δεν υπήρχε ο Batman, το σοκολατάκι τεστοστερόνης με την κοκκινομπλε στολή θα ήταν αναμφίβολα ο αγαπημένος μου υπερήρωας

7. Shrek 2
Η ταινία που με έκανε να πιστέψω στη δύναμη του animation…

8. The Incredibles
…και η ταινία που με άφησε με ανοιχτό το στόμα, με τις δυνατότητες του animation.

9. Harry Potter and the Prisoner of Azkaban
Το τρίτο μέρος του franchise είναι αυτό που με έφτασε πιο κοντά στο να γίνω… Potter-ας (τουτέστιν, ψυχωτικός με τον μικρό μάγο), και το μοναδικό από τα τρία που έμοιαζε με κανονική ταινία. Εύσημα στον Alfonso Cuaron για τη σκοτεινή ατμόσφαιρα και την ενηλικίωση της σειράς.

10. Αληθινή Ζωή
Η πιο αληθινή, εμπνευσμένη και ζωντανή ταινία της χρονιάς (μετά το CCTV που τυπικά δεν μπορεί να μπει στη λίστα μιας και οι διανομείς μας το φυλάνε για μερικούς μήνες αργότερα). Σε κάνει να νομίζεις πως το ελληνικό σινεμά μπορεί και να υπάρχει.

Πέμπτη, Ιανουάριος 06, 2005

Alfie - Review

Alfie
(3/5)

Σκηνοθεσία: Charles Shyer
Σενάριο: Charles Shyer
Πρωταγωνιστούν: Jude Law, Susan Sarandon, Marisa Tomei

Ο αγγλοτραφής, περιζήτητος εργένης με το όνομα Alfie, δώρο Θεού στις γυναίκες, περιφέρεται στο Manhattan καίγοντας καρδιές μέχρι να καεί η δική του.

Στις περιπτώσεις των remakes, συνήθως υπάρχει ένα βασικό κριτήριο ικανό να τους δώσει λόγο ύπαρξης: είναι αρκετά ενδιαφέροντα ή/και διαφορετικά ώστε να μπορούν να σταθούν χωρίς την ύπαρξη των πρωτοτύπων; Ο Alfie όμως, είναι λίγο ιδιαίτερος, μιας και το στυλ της –κάτι πολύ βασικό για τη συγκεκριμένη ταινία- είναι χωρίς καμία αμφιβολία πιο φρέσκο και ζωντανό απ’ αυτό του ’66, όμως ο Shyer μάλλον ξέχασε να φέρει στο 2000 και το σενάριό του.

Πάντως, εξασφάλισε ένα αχτύπητο ατού: τον Jude Law. Εκτός από ακαταμάχητος κούκλος με ανυπέρβλητο στυλ, ο χαρακτήρας του Alfie του ταιριάζει γάντι. Ο άνθρωπος έχει ταλέντο, και σηκώνει όλη την ταινία στην πλάτη του, με την εκτυφλωτική γοητεία του να σκεπάζει τους κλισαρισμένους χαρακτήρες και το επιφανειακό, αφελές σενάριο.

Cast:

verbal cheaplog cinemad
Δύο κωλόπαιδα του mainstream κι ένας wanted φονιάς γραφείων διανομής για guest διαπράττουν ότι πιο ζωντανό συμβαίνει κινηματογραφικά στην Ελλάδα σήμερα.