Movies For The Masses

Challenging common sense since 2004

Σάββατο, Μάρτιος 26, 2005

Be Cool

Be Cool
(3.5/5)

Σκηνοθεσία: F. Gary Gray
Σενάριο: Peter Seinfeld (από τη νουβέλα του Elmore Leonard)
Παίζουν: John Travolta, Uma Thurman, Vince Vaughn

Ο Elmore Leonard είναι ένας από τους σημαντικότερους pulp λογοτέχνες της Αμερικής σήμερα. Ξεκινώντας την καριέρα του στις αρχές του 1950 γράφοντας westerns για 2 σεντς τη λέξη (το 3:10 to Yuma και το Hombre ήταν τα σουξέ εκείνης του της εποχής), στράφηκε στα αστυνομικά μια δεκαετία αργότερα, όπου και μεγαλούργησε, δίνοντας μεγάλη σημασία στους χαρακτήρες των βιβλίων του, και τις έντονες pop αναφορές στις ιστορίες και τους διάλογούς τους. Παράλληλα έγραφε σενάρια για το Hollywood και αρκετές φορές διασκέυασε τα δικα του έργα για τη μεγάλη οθόνη, απασχόληση από την οποία προέκυψαν σπουδαίες ταινίες του σύγχρονου αμερικάνικου σινεμά, όπως το Out of Sight, το Jackie Brown και, φυσικά, το Get Shorty.

Η τεράστια επιτυχία του Get Shorty, το οποίο το ’95 έπιασε εισπράξεις σχεδόν ίσες με 5 φορές το budget του, δε θα μπορούσε παρά να ανοίξει την όρεξη των παραγωγών για ένα sequel. Αυτό που είναι παράδοξο, είναι ότι άνοιξε και την όρεξη του Leonard, ο οποίος όταν είδε το σουξέ, έκατσε κι έγραψε ένα ολοκαίνουριο βιβλίο, με σκοπό να το κάνει ταινία. Και μπορεί να πήρε μια δεκαετία στους εμπλεκόμενους να μπορέσουν να συγχρονίσουν τα προγράμματά τους, αλλά κάπως έτσι, προέκυψε το Be Cool.

Ο πάντα cool, ντυμένος στην τρίχα με διακριτικά σκουρόχρωμα κοστούμια και πουκάμισα που κουμπώνουν ψηλά στο λαιμό Chili Palmer, που από τοκογλύφος αποφάσισε να γίνει κινηματογραφικός παραγωγός γιατί «πόσο δύσκολο μπορεί να είναι», τώρα αηδιασμένος από την κατάντια της show biz, αποφασίζει εγκαταλείψει το το Hollywood και να ασχοληθεί με τη μουσική βιομηχανία. Τη βιομηχανία που, όπως σύντομα θα μάθει, δεν μπορείς να βάλεις τους άλλους να κάνουν ό,τι θέλεις επειδή είσαι wise guy, γιατί εκεί όλοι είναι wise guys.

Κάπως έτσι λοιπόν, μια δεκαετία μετά και το Pulp Fiction, ο John Travolta συναντά ξανά και την Uma Thurman, η οποία στο ρόλο μιας παλιάς του φίλης, θα του ανοίξει τις πόρτες για τη βιομηχανία της μουσικής. Και οι δυο τους, θα μας χαρίσουν άλλον έναν υπέροχο χορό. Βέβαια μην περιμένετε ούτε την ίδια χημεία μεταξύ τους, γιατί ούτε ο Travolta είναι στη φόρμα του Vince Vega, ούτε η Uma στης Mia Wallace, ούτε βέβαια οι Black Eyed Peas είναι Chuck Berry. Γενικά οι δύο ηθοποιοί μοιάζουν αρκετά ξεκούρδιστοι για το μεγαλύτερο διάστημα της ταινίας, έστω κι αν ο Travolta είναι ακόμη πιο cool απ’ όσο ήταν στο Get Shorty, κι έστω κι αν η Uma είναι στο πιο στυλάτο της εδώ και καιρό.

Η δε Christian Milian, η πιτσιρίκα που παίζει το ταλέντο που οι δυο ήρωες θέλουν να κάνουν αστέρι για να μπορέσουν να σώσουν και τη δισκογραφική τους από τη διάλυση, είναι ενοχλητικά σφιχτή και στημένη, πράγμα που είναι λογικό, μιας και είναι στην πραγματικότητα τραγουδίστρια, όχι ηθοποιός. Έτσι ο Harvey Keitel και ο Cedric the Entertainer κλέβουν την παράσταση στους ρόλους των ανταγωνιστών, που στήνουν ένα απίθανο πανηγύρι αντιμαχόμενων συμφερόντων και ύπουλων δολοπλοκιών. Ο δε Vince Vaughn αρχικά κερδίζει τις εντυπώσεις στον… εκκεντρικό χαρακτήρα ενός λευκού που νομίζει ότι είναι μαύρος στο γκέτο, και έχει καταπιεσμένες τάσεις μανιακού δολοφόνου, αλλά σύντομα γίνεται κουραστικός.

Εν γένει οι χαρακτήρες η ταινία είναι στο μεγάλυτερο μέρος της εξαιρετικά ευχάριστη χάρη στους εκκεντρικούς της χαρακτήρες και την αίσθηση φρεσκάδας στο στόρυ και την εξέλιξή του, όμως τα σκαμπανεβάσματα στο ρυθμό, μερικά αστεία που επαναλαμβάνονται περισσότερο απ’ όσο θα ‘πρεπε, και η λίγο παραπάνω απ’ όσο χρειαζόταν διάρκειά της, ενδέχεται να κουράσουν. Ωστόσο ενδείκνυται για τους fans του Leonard και κυρίως για όσους εκτιμούν τις ταινίες με αυτήν την ειρωνική αυτοαναφορικότητα που χαρίζει στοιχεία αυτοπαρωδίας.
Τετάρτη, Μάρτιος 23, 2005

Melinda and Melinda - Review

Melinda and Melinda
Image hosted by Photobucket.com(3/5)

Σκηνοθεσία: Woody Allen
Σενάριο: Woody Allen
Παίζουν: Will Ferrell, Radha Mitchell, Chloe Sevigny

Τα τελευταία χρόνια ο Woody Allen είναι η πιο σταθερή σε απόδοση μηχανή κινηματογραφικής παραγωγής στον κόσμο. Με μια ταινία το χρόνο, πάντα έτοιμη για ένα από τα μεγάλα ευρωπαϊκά φεστιβάλ (συνήθως προτιμά τις Κάννες), ο Woody δουλεύει σα ρολόι, πράγμα που είναι και καλό και κακό. Καλό γιατί οι fans του δεν έχουν ακόμη κινδυνέψει να πάθουν σύνδρομο στέρησης. Κακό γιατί οι fans του έχουν αρχίσει να βγαίνουν πάντα από την αίθουσα με την πρόταση «κλασικός Woody Allen» στο στόμα. Το οποίο μεταφράζεται ως: μια απ’ τα ίδια. Ε λοιπόν, φέτος θα εκπλαγούν. Γιατί το Melinda and Melinda, είναι η λιγότερο Γουντυαλλενική ταινία που έχει γυρίσει ο Woody Allen.

Καθώς δειπνούν σε ένα μπιστρό, τέσσερις φίλοι φιλοσοφούν γύρω από τα όρια της κωμωδίας και της τραγωδίας, και ένας απ’ αυτούς, αναφέρει την ιστορία της Melinda, μιας κοπέλας που εμφανίζεται ξαφνικά κι απροειδοποίητα σ’ ένα δείπνο και ανατρέπει τη ζωή των φίλων της. Οι άλλοι, προσπαθούν να φανταστούν την εξέλιξη της ιστορίας, ως κωμωδία και ως τραγωδία.

Η βασική πλοκή και των δύο ιστοριών είναι αρκετά απλή, καθώς ο Allen μεταφέρει το ενδιαφέρον από τις καταστάσεις, σ’ αυτά που λέγονται και στον τρόπο που λέγονται, έτσι ώστε να κάνει πιο ξεκάθαρες τις αλληγορικές προεκτάσεις της ταινίας. Θυμίζοντας περισσότερο Linklater, ή ακόμη και Jarmousch, με τους ήρεμους, μακρόσυρτους και γεμάτους πολυσύλλαβες λέξεις διαλόγους, το Melinda and Melinda ενδέχεται να φανεί κομπασμένο και βαρύγδουπο σε αρκετούς.

Και δεν θα τους αδικούσα, αφού υπάρχουν στιγμές που η ταινία φαίνεται να παίρνει τον εαυτό της για κάτι πιο φιλοσοφημένη απ’ ό,τι είναι. Γιατί τελικά ούτε η κωμωδία είναι τόσο αστεία, ούτε η τραγωδία τόσο δραματική, ώστε στο τέλος της κουβέντας των τεσσάρων να έχει εμφανιστεί κάποια σημαντική απόσταση ανάμεσα στις δύο εκδοχές τις ιστορίας, που να δικαιολογεί κάποια άλλη διδαχή του πειράματος από το ότι «η ζωή είναι τόσο κωμωδία, όσο και τραγωδία». Εντάξει, το ξέρουμε αυτό…

Όπως και να ‘χει όμως, είναι μια ενδιαφέρουσα αλλαγή στην καριέρα του Allen, μιας και το Melinda and Melinda μοιάζει με πειραματικό μεταβατικό στάδιο από την κωμωδία στο δράμα, και είναι κάτι τόσο διαφορετικό από τον «κλασικό Woody», που εκτός από αυτούς που ήδη τον αγαπούν πραγματικά, ενδέχεται να ενθουσιάσει και μερικούς απ’ τους απ’ έξω.

Hitch – Ο Μετρ του Ζευγαρώματος
Image hosted by Photobucket.com (3/5)

Σκηνοθεσία: Andy Tennant
Σενάριο: Kevin Bisch
Παίζουν: Will Smith, Eva Mendes, Kevin James

Δεν ξέρω (αλλά μπορώ να φανταστώ) πώς αισθανόταν ο Ronald Reagan όταν γινόταν ο πρώτος ηθοποιός που κέρδισε μια τετραετία διακοπών στο οβάλ γραφείο του Λευκού Οίκου, αλλά αυτό που πραγματικά θα ήθελα να ξέρω, είναι πώς θα αισθανόταν αν έβλεπε στη θέση του τον Will Smith. Τον Πρίγκιπα του Βell Air, τον πιλότο που έδωσε νέο συμβολισμό στην Ημέρα Ανεξαρτησίας, το Κακό Παιδί που έγινε Άντρας με τα Μαύρα, τον δημοφιλέστερο αυτή τη στιγμή μαύρο ηθοποιό και μια από τις λαοφιλέστερες περσόνες όλων στη χώρα του.

Μπορεί να μην τα πηγαίνει καλά με τους κριτικούς, αλλά σίγουρα έχει τον τρόπο του με το κοινό, γεγονός που επιβεβαιώνεται κάθε φορά που οι εισπράξεις μιας ταινίας εκτινάσσονται στα ύψη, απλά και μόνο γιατί έχει το όνομά του στα credits της. Η τελευταία του μάλιστα, το Hitch, ξεπέρασε όλες τις προσδοκίες, σημειώνοντας το μεγαλύτερο άνοιγμα όλων των εποχών για ρομαντική κομεντί.

Έπρεπε να το περιμένω λοιπόν, ότι σ’ αυτήν την ταινία, ο Will Smith έχει βρει το πραγματικό κάλεσμά του. Έχοντας περάσει από όλα τα εμπορικά ήδη κινηματογράφου, από κωμωδία σε περιπέτεια και από αστυνομικό σε sci-fi, ο Smith βρίσκεται στην κορυφή της φόρμας του στο ρόλο του Alex ‘Hitch’ Hitchens, ενός δόκτορα του έρωτα. Όχι, δεν υπάρχει μεγαλύτερο κλισέ απ’ αυτό, αλλά ο Smith παίζει το ρόλο τόσο προσγειωμένα και άνετα, που πετυχαίνει ακριβώς στο κέντρο το στόχο του ρομαντικού ρεαλισμού που χρειάζονται αυτού του είδους οι ταινίες.

Κι όταν μιλάω για ρομαντικό ρεαλισμό, εννοώ τον τύπο του ρομάντζου όπου το πρώτο ραντεβού είναι ένα ταξίδι με jet ski από τη μαρίνα της Νέας Υόρκης στο νησί Ellis, που περιλαμβάνει πριβέ περιήγηση από τον φύλακα του μουσείου και πειραγμένα κειμίλια ώστε να απευθύνονται προσωπικά στον υποψήφιο στόχο του Δόκτορος. Αυτό το larger than life στοιχείο, που κάνει τα κοριτσάκια να αναστενάζουν κουρνιασμένα στις αγκαλιές των αγοριών τους, οι οποίοι με τη σειρά τους βλέπουν με περηφάνια τον εκπρόσωπο του φύλου τους.

Κινούμενο βέβαια αυστηρά μέσα στις αμερικάνικες κινηματογραφικές φόρμες, το Hitch καταφέρνει ωστόσο να έχει περισσότερα κοινά με τα ρομάντζα παλιότερων εποχών, παρά με τις σύγχρονες μετεφηβικές σάχλες. Κρατάει βέβαια λίγο περισσότερο, αλλά κυρίως γιατί αργεί να πάρει μπρός, αφού το πρώτο 15λεπτο αναλώνεται σε χοντροκομμένες φάρσες και παγωμένο χιούμορ. Όμως όσο προχωράει, σε κάνει να ξεχάσεις την κακή σας πρώτη γνωριμία, και είναι αρκετά αποτελεσματικό στο γέλιο (συνήθως) και στο δάκρυ (όσο φτάνει στο φινάλε) που σχεδόν σε κάνει να το ερωτευτείς.
Τρίτη, Μάρτιος 22, 2005

Ο Tom Haden Church πιάνει αράχνες

Ποιος είπε πώς μόνο ένας μπορεί να βγει κερδισμένος απ’ τα Όσκαρ; Πάντως σίγουρα όχι ο Thomas Haden Church, ο οποίος μετά την πρόσφατη υποψηφιότητά του για Όσκαρ β’ Ανδρικού για το Sideways, έστρεψε αρκετά βλέμματα πάνω του για να κερδίσει μια θέση στο cast του Spider-Man 3.

Στην τρίτη ταινία της σειράς, που προγραμματίζεται να βγει στις αίθουσες στις αρχές του Μάη του 2007, ο ηθοποιός με το πλούσιο βιογραφικό σε τηλεοπτικές σειρές, θα παίξει το ρόλο της νέμεσης του ήρωα με τα μπλέ κολάν και τους ιστούς στους καρπούς, σύμφωνα με ανακοίνωση του σκηνοθέτη της ταινίας Sam Raimi την περασμένη Δευτέρα. Δεν έχει διευκρινιστεί ακόμη, ποιον από τους δεκάδες εχθρούς του Spider-Man θα υποδυθεί.

Παρασκευή, Μάρτιος 18, 2005

Ring Two, The - Review

The Ring Two – Σήμα Κινδύνου 2
Image hosted by Photobucket.com (2.5/5)

Σκηνοθεσία: Hideo Nakata
Σενάριο: Ehren Kruger
Παίζουν: Naomi Watts, David Dorfman, Simon Baker

Είναι πολύ, πολύ λυπηρό να βλέπεις ένα από τα πιο τρομακτικά κινηματογραφικά φαντάσματα των τελευταίων ετών, να επιστρέφει αμήχανο, άνευρο και γλυκανάλατα αναποτελεσματικό, στο sequel της ταινίας του. Από την άλλη βέβαια, είναι καθησυχαστικό, από την άποψη ότι επιβεβαιώνει πως οι θεμελιώδεις νόμοι του σύμπαντός μας, εξακολουθούν να ισχύουν.

Το 1998 ο Hideo Nakata έγραψε το όνομά του με χρυσά γράμματα στην ιστορία του παγκόσμιου τρόμου, μεταφέροντας στην οθόνη τη νουβέλα του συμπατριώτη του Kuji Suzuki, και όχι μόνο γέννησε ένα ανεπανάληπτο cult φαινόμενο στην ιαπωνική κοινωνία, αλλά έστρεψε και το βλέμμα των αμερικανικών στούντιο στην ανατολίτικη φιλμογραφία. Λίγο πολύ την ιστορία του πως φτάσαμε εδώ την ξέρετε, και αν όχι, μπορείτε να κάνετε ένα κλικ εδώ.

Το σημαντικό είναι πως, μετά την εισπρακτική επιτυχία του The Ring πριν από τρία χρόνια, δια χειρός Gore Verbinski, ήταν λογικό ο Nakata να θελήσει να καρπωθεί κι αυτός ένα μερίδιο της τρομακτικής επιτυχίας του νέου αμερικάνικου franchise. Και λογικό, αυτός το γέννησε άλλωστε! Οπότε καβάλησε την καρέκλα του σκηνοθέτη για το αμερικάνικο sequel, που θέλει τη Rachel (Naomi Watts) και το γιό της Aiden (David Dorfman) να έχουν μετακομίσει στην επαρχιακή Αμερική, ψάχνοντας ηρεμία μακριά από τη στοιχειωμένη κασέτα που έδενε όποιον την έβλεπε με μια θανατηφόρα κατάρα, την οποία μπορούσε να σπάσει μόνο αν έδειχνε το αβανταδόρικο ασπρόμαυρο περιεχόμενό της σε κάποιον άλλο. Σιγά που θα ηρεμούσε βέβαια. Η Samara, εκείνο το σκιαχτικό, λιγδιάρικο κοριτσάκι με τα μαύρα μακριά μαλιά μπροστά απ’το πρόσωπο, που κατοικεί στο πηγάδι της κασέτας, βρίσκει το δρόμο της για το ήσυχο χωριουδάκι της Astoria, και βάζει σκοπό της να κάνει την Rachel μαμά του.

Ο Nakata φέρνει στο sequel αρκετή από την ατμοσφαιρικότητα που κυριαρχούσε στην ιαπωνική βερζιόν, δείχνοντας ξεκάθαρα ότι ξέρει να στήσει σωστά τα «μπου!» του, ακόμη κι αν αναγκάζεται αρκετές φορές να δώσει μια MTV-ζουσα χρειά στις εικόνες του, για να ικανοποιήσει το αμερικάνικο κοινό. Το μεγάλο πρόβλημα, το έχει ο σεναριογράφος του, ο Ehren Kruger, ο οποίος μη έχοντας αντίστοιχο αρχικό υλικό για να στηριχθεί (οι παραγωγοί δεν ήθελαν να κάνουν remake του γιαπωνέζικου sequel βέβαια, sequel του αμερικάνικου remake ήθελαν) χάνεται ανάμεσα στην ανατολίτικη προέλευση της ταινίας και τον δυτικό προσανατολισμό του τμήματος marketing του στούντιο, και σε στιγμές κατεβάζει το IQ της ρασιοναλίστριας πρωταγωνίστριάς του, αλλά και του θεατή, για να πετάξει μερικά ξεκρέμαστα μεταφυσικά στοιχεία, ενώ πολύ σύντομα το στόρυ φαίνεται να του ξεφεύγει, και από The Ring να γίνεται Εξορκιστής.

Παραδόξως, οι έντονες φοβίες απέναντι στην τεχνολογία (τα βίντεο, τις οθόνες, την καταγραφή του κόσμου και κατ’ επέκταση την καταγραφή του «άλλου κόσμου») που ήταν βασικά χαρακτηριστικά του Ringu, είναι εδώ περισσότερο παρόντα απ’ ό,τι στο The Ring, γεγονόςπου ενισχύει τις υποψίες μου ότι ο Nakata συμπλήρωνε σημειώσεις στο σενάριο κρυφά από τον Kruger. Εν κατακλείδι, το Ring 2 είναι μια κλασσική καλοστημένη μα κακογραμμένη ιστορία φαντασμάτων, με ελάχιστα πραγματικά τρομάγματα (δύο μέτρησα εγώ), στιγμές που ο ρυθμός παγώνει, κι ένα φινάλε που φαίνεται πως μάλλον από κάπου αλλού τους είχε περισσέψει.


Δευτέρα, Μάρτιος 14, 2005

Life Aquatic, The - Review

The Life Aquatic – Υδάτινες Ιστορίες
(3.5/5)

Σκηνοθεσία: Wes Anderson
Σενάριο: Wes Anderson, Noah Baumbach
Παίζουν: Bill Murray, Owen Wilson, Cate Blanchett, Anjelica Huston

Βλέποντας την ταινία, ήξερα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Δηλαδή για την ακρίβεια, πολλά δεν πήγαιναν καλά. Θέλω να πω, υπήρχε το σωστό κλίμα που πρέπει να ντύνει μια ταινία του Wes Anderson, και όσοι έχουν παρακολουθήσει τις ταινίες του, ή έστω έχουν δει μόνο την τελευταία του δουλειά, την Οικογένεια Τένεμπαουμ (2001), ξέρουν τι εννοώ. Αυτό το μείγμα γλυκόπικρου δράματος με κρυμμένες ανάσες έξυπνης, παιχνιδιάρικης κωμωδίας, που έγινε το trademark ενός μοναδικού στο είδος του σκηνοθέτη-σεναριογράφου του σύγχρονου αμερικάνικου κινηματογράφου. Όλο αυτό ήταν εκεί, μαζί με την αγάπη του Anderson να σκορπά αλλόκοτους χαρακτήρες, και στο μέσον τους να συνθέτει δυσλειτουργικές οικογένειες για να τις αποδομήσει στη συνέχεια με σαδιστικό σαρκασμό. Μόνο που αυτή τη φορά, δεν του πέτυχε η αναλογία.

Ο Steve Zissou, ο μεγάλος ωκεανολόγος, ξεκινά για το τελευταίο του ταξίδι με σκοπό να αναστήσει την ολοένα και συρρικνούμενη φήμη του, αλλά και να σκοτώσει τον καρχαρία Jaguar, ένα νέο είδος σαρκοβόρου ψαριού, η ανακάλυψη του οποίου κόστισε τη ζωή του καλού του συνεργάτη και πολύ κοντινού του φίλου. Καινούριοι σύντροφοι σ’ αυτήν του την περιπέτεια, μια έγκυος νεαρή ρεπόρτερ που θα κεντρίσει τον ανδρισμό του, και ένας πιτσιρικάς που ισχυρίζεται ότι είναι ο χαμένος του γιος.

Η ιδέα και μόνο ενός ωκεανογράφου-φιλμικού αντίστοιχου του Jaques Causteu, που ως άλλος κάπταιν Άχαμπ ξεκινά να σεργιανίσει τους ωκεανούς για να βρει τον καρχαρία που έφαγε το φίλο του και να πάρει εκδίκηση, είναι αρκετά φευγάτη για να υποσχεθεί ένα καλό σεναριακό background, αλλά το inside joke καταναλώνεται αρκετά σύντομα. Στη συνέχεια οι χαρακτήρες αποδεικνύονται πολύ αδύναμοι για να κερδίσουν το ενδιαφέρουν του θεατή, που μένει να προσπαθεί να ισορροπήσει στις τάσεις του Anderson να συγκεράσει κινηματογραφικά ήδη όπως η περιπέτεια, το kung-fu και οι πειρατικές ταινίες, με έναν τρόπο που, το μόνο που μπορώ να πώ, είναι ότι προκαλεί αμηχανία. Αλλά αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό.

Γιατί αυτό το φιλμικό αξιοπερίεργο, σε συνδυασμό με την ιδιοφυή επιλογή του Anderson να χρησιμοποιήσει αποκλειστικά Computer Generated εικόνες σε πανέμορφα έντονα παστέλ χρώματα για να απεικονίσει το βυθό και τα πλάσματά του, σκηνοθετικά κολπάκια όπως η απεικόνιση των διαμερισμάτων του πλοίου μέσω τομής (ακριβώς όπως στην ταινία του Jerry Lewis The Ladies’ Man του 1961) και η μαγευτική εμφάνιση του Bill Murray στον low key πρωταγωνιστικό ρόλο, συνθέτουν μια τόσο διαφορετική ταινία απ’ όσα έχετε συνηθίσει, που ακόμη κι αν σας κουράσει, θα σας φρεσκάρει το βλέμμα, και αν μη τι άλλο, θα σας ανακατέψει και το μυαλό. Αφήστε που θα σας δείξει τον βυθό, όπως θα τον έβλεπε ο Κουστώ αν ήταν χασικλής.

Ματαιώθηκε την Τετάρτη η προβολή της ταινίας Όμηρος του Κωνσταντίνου Γιάνναρη στον κινηματογράφο «Ολύμπιον» της Θεσσαλονίκης, μετά από τηλεφώνημα για βόμβα.

Νωρίτερα, ο πατέρας του Γιώργου Κουλούρη, που είχε χάσει τη ζωή του κατά τον αιματηρό τερματισμό της λεωφορειοπειρατείας, τον Ιούνιο του 1999, επί αλβανικού εδάφους, εισήλθε στην αίθουσα του κινηματογράφου και εξέφρασε ιδιαίτερα έντονα την αγανάκτηση του για την προβολή της ταινίας, η οποία, όπως υποστηρίζει, προσβάλλει τη μνήμη του παιδιού του.

Ο πατέρας του Γιώργου Κουλούρη φώναζε συνθήματα εναντίον του σκηνοθέτη, αλλά και των θεατών, υποστηρίζοντας ότι το σενάριο διάκειται θετικά υπέρ του Αλβανού δράστη.

Ακολούθησε ένταση στο χώρο του κινηματογράφου, ενώ στη συνέχεια τηλεφώνημα αγνώστων στην Άμεσο Δράση περί τοποθέτησης βόμβας στο «Ολύμπιον» είχε ως συνέπεια την εκκένωση της αίθουσας και τη ματαίωση της προβολής.

Πηγή: in.gr

Αν και η θεωρία όλο αυτό το σύστριγγλο να είναι υποκινούμενο απο την εταιρεία διανομής της ταινίας, θα έφτιαχνε ένα υπέροχο σενάριο συνομωσίας, το πράγμα έχει πάει τόσο μακριά που απο στιγμή σε στιγμή περιμένω την εμφάνιση της κυρίας Λουκά με Καλάσνικοφ και μολότωφ να καλεί το λαό σε εξέγερση και αντίσταση στη Γιανναρική λαίλαπα.

Το πανηγύρι του μποϋκοτάζ έχει ξεκινήσει. Κάντε μια βόλτα απ'το επίσημο forum του Ομήρου για τρελό αποκριάτικο κέφι


Τεστοστερόνη
(4/5)

Σκηνοθεσία: Γιώργος Πανουσόπουλος
Σενάριο: Αύγουστος Κορτώ
Παίζουν: Δημήτρης Λιακόπουλος, Καίτη Παπανίκα, Δήμητρα Ματσούκα, Ναταλία Δραγούμη

Στο ανακριτικό δωμάτιο αεροδρομίου της Αγγλίας, οι τελωνειακοί υπάλληλοι προσπαθούν να βρουν άκρη με το αινιγματικό περιστατικό ενός νεαρού Έλληνα φοιτητή που στη βαλίτσα του μεταφέρει περισσότερα πακετάκια τυλιγμένα με αλουμινόχαρτο, απ’ ότι ρούχα. Μόνο που στο αλουμινόχαρτο, αντί για ναρκωτικά, κρύβονται… σουτζουκάκια!

Α, όχι, λάθος, αυτό είναι από διαφήμιση κουζίνας… Όμως έχει κοινά με την καινούρια ταινία του Γιώργου Πανουσόπουλου. Για παράδειγμα, και στα δυο πρωταγωνιστεί η ίδια φάτσα. Και βεβαίως, έχουν και η δυο έναν αέρα κωμικής πρωτοτυπίας και φρεσκάδας. Και πότε ήταν η τελευταία φορά που ελληνική κωμωδία σας φάνηκε φρέσκια;

Η φρεσκάδα αυτή λοιπόν, οφείλεται κυρίως στο σενάριο του Αύγουστου Κορτώ, παιδί-θαύμα του ελληνικού μυθιστορήματος, που η φήμη τον θέλει να είχε ονειρευτεί ότι ήταν αποκλεισμένος σε ένα νησί γεμάτο γυναίκες διψασμένες για το σπέρμα του. Έτσι ακριβώς γίνεται και στην Τεστοστερόνη, μια σεξοκωμωδία καταστάσεων, όπου στέλνει το νεαρό πρωταγωνιστή του στη Νάξο με αφορμή ένα παλιό αμάξι, για να τον αποκλείσει εκεί -μοναδικό άντρα σε όλο το νησί- και να εξαπολύσει εναντίον του την ακόρεστη σεξουαλικότητα όλων των γυναικών του νησιού.

Με έξυπνο, κοφτερό χιούμορ, ο Κορτώ εμπλουτίζει το αρχέγονο όνειρο (ή εφιάλτη) του κάθε άντρα με πρωτότυπες κωμικές καταστάσεις, φίνο λεκτικό χιούμορ, αλλά και όλες τις ετεροφυλόφιλες σεξουαλικές φαντασιώσεις που κυκλοφορούν (σεξ με παιδική σου φίλη, με αντρογύναικα, με μηχανόβια, με χήρα, με μάνα, με δυο γυναίκες συγχρόνως, με μάνα και κόρη συγχρόνως, με την αδερφή σου, με υπερήλικη, μέχρι και με γοργόνα πάει, ε, δε μένει και τίποτε άλλο νομίζω) που ανανεώνουν το από κάποιο σημείο κι έπειτα επαναλαμβανόμενο μοτίβο.

Έτερος παράγων φρεσκάδας, ο πρωτοεμφανιζόμενος Δημήτρης Λιακόπουλος, η φάτσα που λέγαμε, που ανακάλυψε ο Πανουσόπουλος στην προαναφερθείσα διαφήμιση, και μετέτρεψε σε έναν από τους πιο ενδιαφέροντες πρωταγωνιστές του φετινού Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Ο 20χρονος Λιακόπουλος, σα να μην έλειπε που έκανε όλα αυτά που έκανε στο νησί, με μια ερμηνεία που ισορροπεί χαριτωμένα ανάμεσα στον ερασιτεχνισμό και το πηγαίο υποκριτικό ταλέντο, είναι στην ταινία τόσο αξιαγάπητος, που κέρδισε και το βραβείο του Α’ Ανδρικού Ρόλου στο Φεστιβάλ, ενώ η ταινία κέρδισε το 3ο βραβείο Μυθοπλασίας. Και παρ’ όλα αυτά, εξακολουθεί να δηλώνει όπου βρεθεί κι όπου σταθεί, ότι δεν ενδιαφέρεται να ασχοληθεί με την υποκριτική! Κορίτσια, φάτε τον.

Όμηρος
(4/5)

Σκηνοθεσία: Κωνσταντίνος Γιάνναρης
Σενάριο: Κωνσαντίνος Γιάνναρης
Παίζουν: Άρτο Απαρτιάν, Στάθης Παπαδόπουλος, Γιάννης Στάνκογλου, Μαριλού Κάππα Βαλεοντή

Βασισμένος στο αληθινό περιστατικό της λεωφορειοπειρατείας του ’99, από τον νεαρό Αλβανό που επιχείρησε να επιστρέψει στον πατρίδα του καταλαμβάνοντας ένα λεωφορείο από τη Νέα Μάκρη μαζί με τους επιβάτες -περιπέτεια που έληξε με την εκτέλεση τόσο του «πειρατή» όσο και ενός εκ των ομήρων του από τις αλβανικές ειδικές δυνάμεις-, ο Γιάνναρης παρουσιάζει ίσως την καλύτερη δουλειά του μέχρι σήμερα, και σίγουρα μια από τις καλύτερες ελληνικές ταινίες της χρονιάς.

Σκηνοθετημένος με νεύρο και ένταση, με ασφυκτικά γκρο-πλαν στα πρόσωπα των χαρακτήρων του, με εξαιρετικό ρυθμό στη μονταζιέρα, και τα beat της μουσικής του Νίκου Πατρελάκη να κλωτσάνε το στομάχι στις σωστές στιγμές, ο Όμηρος είναι ό,τι πιο κοντινό σε ψυχολογικό θρίλερ έχει παρουσιαστεί τα τελευταία χρόνια στην ελληνική παραγωγή.

Μια παραγωγή αριστοτεχνικά φτιαγμένη, αν αναλογιστεί κανείς τα πενιχρά μέσα που έχει στη διάθεσή του ένας ανεξάρτητος Έλληνας κινηματογραφιστής, η συνολική εικόνα του Ομήρου αδικείται μόνο από την τελική αίσθηση ότι εκμεταλλεύεται περισσότερο τη δύναμη της ιστορίας του απ’ όσο είναι διατεθιμένος να την αποδομήσει και να την αναλύσει, τουλάχιστον δημιουργώντας δυνατότερους χαρακτήρες, με συνασιθηματικό-ψυχολογικό υπόβαθρο πιο στέρεο από μερικές κλεφτές ματιές με υπονοούμενα έξω απ’ τα παράθυρα της κινούμενης φυλακής τους.

Εκεί είναι που εντοπίζεται η αδυναμία της ταινίας, και έρχεται να γύρει την πλάστιγγα προς το μέρος του πρωταγωνιστή της ιστορίας, του Ελιόν, που στην πραγματικότητα το μόνο που θέλει είναι να κάνει τα πράγματα όπως ήταν πριν, όταν είχε περάσει τα σύνορα ως άγραφη σελίδα, με την ελπίδα να φτιάξει ένα καλύτερο μέλλον για τον εαυτό του. Πριν πηδήξει τη γυναίκα του αφεντικού του, πριν ενοχοποιηθεί απ’ αυτόν για εμπόριο όπλων, πριν βιαστεί από τους φύλακές του, πριν ξεφτιλιστεί στην πατρίδα του.

Όλες αυτές τις ιστορίες για αγιοποίησή του, εγώ δεν τις καταλαβαίνω. Λογικό κι αναμενόμενο βέβαια, μιας και ξεκίνησαν από τους συγγενείς του παιδιού που γνώρισε το θάνατο σ’ αυτό το λεωφορείο, οι οποίοι αν θα ήθελαν ποτέ να δουν την ιστορία του να γίνεται ταινία, σίγουρα δε θα ήθελαν να έχει για πρωταγωνιστή τον Αλβανό που τον οδήγησε στο θάνατο. Αλλά πέρα απ’ αυτό, και πέρα απ’ το ότι δεν παρακολουθούμε μάθημα ιστορίας αλλά ταινία, ακόμη και αν θέλει κανείς να σταθεί στον χαρακτήρα του Ελιόν, θα συναντήσει έναν ανισόρροπο νέο, που είδε τη ζωή του να καταστρέφεται επειδή δεν μπορούσε να κρατήσει κλειστό το φερμουάρ του (που μεταξύ μας, αν αυτή η γυναίκα ήταν η Θεοφανία Παπαθωμά, εγώ δεν ξέρω πόσοι άντρες θα αντιστέκονταν), και πιάστηκε ο ίδιος Όμηρος σε μια αφελή και ανώριμη ιδέα για το πώς να κερδίσει πίσω τη χαμένη του τιμή. Όλα αυτά, δεν είναι αγιοποίηση του ήρωα, είναι προβλήματα του σεναρίου.

Εκτός κι αν πρέπει πια να κατηγορήσουμε τον Γιάνναρη γιατί υπεννόησε ότι μια (Ελληνίδα) γυναίκα ήταν λίγο… φιλελεύθερη με τη σεξουαλικότητά της! Ε δε γίνεται έτσι να αντιμετωπίζουμε μια ταινία. Εγώ σας προκαλώ να βγάλετε από το μυαλό σας την αληθινή ιστορία, να δείτε την ταινία, και μετά να βγείτε από την αίθουσα και να πείτε ότι δεν ήταν εφάμιλλο, αν όχι καλύτερο, του Collateral.


Τετάρτη, Μάρτιος 02, 2005

In Good Company - Review

In Good Company
(2/5)

Σκηνοθεσία: Paul Weitz
Σενάριο: Paul Weitz
Παίζουν: Dennis Quaid, Topher Grace, Scarlet Johansson

Εικοσιεξάχρονος γιάπης αναστατώνει τη ζωή πενηντάχρονου επικεφαλής διαφημιστικού τμήματος πολυεθνικής, τόσο στη δουλειά όταν γίνεται διευθυντής του, όσο και στο σπίτι όταν τα φτιάχνει με την κόρη του.

Θα μπορούσε να είναι άλλη μια κλασσική αμερικάνικη εφηβική σαχλοκομεντί, όμως οι ήρεμοι ρυθμοί, η τάση για ψυχαναλυτική παρουσίαση των (επιφανειακών) χαρακτήρων και η αποφυγή χρήσης εκβιαστικών μηχανισμών κωμωδίας (πού φτάσαμε, να είναι θετικό για μια ταινία όταν κάτι τέτοιο λείπει…), μειώνουν τα επίπεδα χαζοχαρουμενιάς στο minimum, κάνοντάς την από υποφερτή μέχρι και απολαύσιμη.

Όπως και να ’χει όμως, δεν είναι δα και το ψυχόδραμα του σύγχρονου επιχειρηματία (όσο κι αν θα το ήθελε), και σύντομα αρχίζει να βουλιάζει στη χλιαρότητά του, για να τα τινάξει όλα στον αέρα με την γελοία, κακογραμμένη και τραβηγμένη απ’ τα μαλλιά, δήθεν επικράτηση των ανθρωπίνων σχέσεων έναντι του καπιταλισμού.

Αλλά όταν τελειώσει η ταινία, θα αναρωτηθείτε και μόνοι σας: πόσα να περιμένει κανείς από έναν σκηνοθέτη-σεναριογράφο, που σπαταλάει τη Johansson σε ένα ρολάκι 20 λεπτών το πολύ;

Τρίτη, Μάρτιος 01, 2005

Constantine - Review

Constantine
(2/5)

Σκηνοθεσία: Francis Lawrence
Σενάριο: Kevin Brodbin, Frank Capello (από το comic Hellblazer)
Παίζουν: Keanu Reeves, Rachel Weisz

Ο Keanu Reeves είναι o John Constantine, το νόθο παιδί του Harry Callahan που μεγάλωσε ο Πατήρ Damien Karras λίγο πριν πηδήξει απ’ το παράθυρο. Ένας αλκοολικός μανιώδης καπνιστής, που πήγε ταξίδι ως την κόλαση και πάλι πίσω, και του φαίνεται. Περίπου όπως στο Bill And Ted’s Exciting Journey.

Έχοντας δει την Κόλαση, ένα μετα-Αποκαλυπτικό τοπίο που μοιάζει να ξεπήδησε απ’ το hangover CGI σχεδιαστών, ο Keanu έχει πια μια αποστολή: να βρει και να ξαποστείλει όσους δαίμονες χρειαστεί απ’ αυτούς που κυκλοφορούν ανάμεσά μας, για να κερδίσει την εύνοια των εξαπτέρυγων κι ένα οικοπεδάκι σε τόπο χλοερό. Κι έχει και κάτι φοβερά οπλάκια, όπως το Holy Shotgun (ένα τουφέκι striker με κοτσαρισμένο πάνω του έναν σταυρό), αμπούλες με αγιασμό απ’ τον Ιορδάνη και ένα σπιρτόκουτο με σκαθάρια. Κι έχει και την ικανότητα να ξαναγυρνάει στην κόλαση όποτε θέλει, βάζοντας τα παπούτσια του σε μια γάστρα με νερό. Κι έχει και την Rachel Weisz, που θέλει να σώσει την αδερφή της από την Κόλαση. Και βέβαια έχει και καρκίνο, πράγμα που σημαίνει ότι αυτό που δεν έχει, είναι χρόνος.

Ξεκινώντας σαν υβρίδιο του Dirty Harry με τους Ghostbusters και τον Εξορκιστή (η πρώτη σκηνή είναι ένας εξορκισμός όπου ο Constantine αποκαλεί τον δαίμονα «μαλάκα»), αποκτά μια γεύση από αλά Μάτριξ φιλοσοφία σουπερμάρκετ όταν ο Keanu αρχίζει να μιλά για την «πραγματικότητα πίσω απ’ την πραγματικότητα», και καταλήγει να σε κάνει να αισθάνεσαι εσύ ο δαιμονισμένος που χρειάζεται εξορκισμό, όταν φτάνει στο φινάλε που είναι πιο βασανιστικό κι απ’ το να ακούς τον αγουροξυπνημένο Keanu να σου απαγγέλλει τις Γραφές στα Λατινικά, και μάλιστα ανάποδα.

Μεταφέροντας στην οθόνη το underground comic της DC με τον γλαφυρό τίτλο Hellblazer, ο βετεράνος βιντεοκλιπας Francis Lawrence στήνει μια εντυπωσιακή ατμόσφαιρα film noir, γύρω από μια ταινία που δίνει καινούριο νόημα στον όρο camp, με τη θολούρα που επικρατεί στα θεολογικά ζητήματα που αγγίζει, τη γενικότερη περιρρέουσα αφέλεια στη δομή της, μα κυρίως και πάνω απ’ όλα, το ρεσιτάλ κακής, κακής ηθοποιίας από τον Neo. Συγγνώμη, τον Reeves.

Υποτίθεται πως καπνίζει «30 τσιγάρα την ημέρα από τα 15» και ακόμη κρατάει το τσιγάρο του σα φλώρος; Οι μύες του προσώπου είναι νεκροί; Χωρίς τα γυαλιά ηλίου του Matrix, δε δείχνει πιο spaced out από ποτέ; Ερωτήματα που θα κληθείτε να απαντήσετε κατά τη διάρκεια της ταινίας. Δεν ξέρω τι ακριβώς του βρήκαν οι δημιουργοί και κόλλησαν μαζί του, αλλά το ότι χρειάστηκε να μεταφέρουν όλη την ιστορία από το Λονδίνο (όπου αρχικά θα διαδραματιζόταν, όπως και στο κόμικ) στο Λος Άντζελες, επειδή ο πρωταγωνιστής δε μπορούσε με τίποτα να πετύχει πειστική βρετανική προφορά, λέει αρκετά. Άραγε ο Sting, στη φυσιογνωμία του οποίου είχε βασιστεί ο ήρωας του κόμικ, πώς να αισθάνεται τώρα;

Ωστόσο, το Constantine παίζει να είναι η πιο αποτελεσματική αντικαπνιστική προπαγάνδα που έχω δει. Με τον τρόπο που ρουφάει ο Keanu το τσιγάρο, και όλον αυτόν τον καπνό που κυκλοφορεί τριγύρω, μέχρι το διάλειμμα της προβολής είναι πιο πιθανό να σας έχει πιαστεί το στέρνο, παρά να έχετε χαρμανιάσει. Κι αυτό από ανθρωπιστικής απόψεως δεν είναι άσχημο.

Όπως και να ’χει, δεν αποκλείεται σε κάνα δυο χρόνια να διπλασίαζα τη βαθμολογία της ταινίας αν την ξαναέγραφα, μόνο και μόνο για το camp value και τις αμέτρητες κωμικές στιγμές που -άθελά της- προσφέρει.

Cast:

verbal cheaplog cinemad
Δύο κωλόπαιδα του mainstream κι ένας wanted φονιάς γραφείων διανομής για guest διαπράττουν ότι πιο ζωντανό συμβαίνει κινηματογραφικά στην Ελλάδα σήμερα.