
We're off to meet the wizard/the wonderful wizard of Oz

(2.5/5)
Για όσους επίσης δεν έχουν διαβάσει το βιβλίο, να τους θυμίσω ότι πρόκειται για εκείνη την ιστορία στη γεωργιανή Αγγλία, όπου μια μάνα με πέντε κόρες (η δύσμοιρη), έχει κάνει σκοπό της ζωής της να της αποκαταστήσει τη μια μετά την άλλη (ή και δυο-δυο αν μπορέσει), και μέσα σε αυτήν την τρέλα, η δευτερότοκη, η πιο πεισματάρα και ανεξάρτητη, μπλέκει σε μια κλιμακούμενη σχέση αγάπης-μίσους με έναν εύπορο ευγενή, που λίγο πριν την οδηγήσει στην κατάθλιψη και παράνοια, της αποκαλύπτει τη δύναμη του αληθινού έρωτα. Ωραία δεν το μάζεψα;
Σαν ταινία εποχής λοιπόν, το φετινό Pride and Prejudice είναι εντυπωσιακά ρεαλιστικό. Ο ποδόγυρος των κοριτσιών γεμίζει λάσπη όταν βγαίνουν βόλτα στην εξοχή, όταν πηγαίνουν στο χορό τα καλά τους ρούχα δεν είναι και τόσο καλά, στο αγρόκτημα της οικογένειας Bennet τα γουρούνια περνάνε πιο συχνά το κατώφλι απ’ ό,τι οι επισκέπτες, και η φτωχική ζωή δεν αφήνει περιθώρια για λουσμένα και χτενισμένα μαλλιά. Είναι εξαιρετική η δουλειά των συνεργατών του Wright στις λεπτομέρειες της φτωχικής ζωής, που έχει μετατρέψει τη μητέρα Bennet σε προξενήτρα μεταφυσικών ικανοτήτων, και η οποία με τη σειρά της έχει σπρώξει τις κόρες της στην υστερία του κυνηγιού γαμπρού. Η οποία υστερία βέβαια, έτσι όπως απεικονίζεται, επιβεβαιώνει και τη διαχρονικότητα του έργου της Austen.
Βέβαια, δεν είναι όλες οι κόρες έτσι. Υπάρχει η ευάλωτη, ρομαντική κι ευαίσθητη Jane, και η επιθετική, περήφανη και ξεροκέφαλη, αλλά ενδόμυχα ευάλωτη, ρομαντική κι ευαίσθητη Lizy. Η Rosamund Pike, την οποία ενδεχομένως να θυμάστε με ξίφος στο Die Another Day, είναι χάρμα οφθαλμών στο ρόλο της Jane, όμως η πρωταγωνίστρια εδώ είναι η Keira Knightley, που με το πλακουτσωτό της προσωπάκι και το φαρδύ χαμόγελο, τα μακριά φορέματα, την αγγλική προφορά και τη γρήγορη, τσαχπίνικη εκφορά, είναι εδώ σχεδόν ερωτεύσιμη. Προσδίδει με το νευρικό της παίξιμο, τη γλυκούτσικη ομορφιά του στο χαρακτήρα της, όμως αδυνατεί να τον ακολουθήσει στα πιο τσαμπουκαλεμένα του, ενδεχομένως γιατί την ίδια περίοδο ξεκινούσε και τα γυρίσματα του Domino, οπότε ήθελε να κρατήσει την αγριάδα για εκεί. Όσο για τις εσωτερικές συγκρούσεις των δυο πτυχών, όταν η ταινία προσπαθεί να χτυπήσει δραματικές φλέβες, αφήστε το καλύτερα…
Καθρεφτίζει όμως με τον τρόπο της και τον γενικότερο τόνο της ταινίας, που τα πάει υπέροχα στους χορούς και τις δεξιώσεις και στις οικογενειακές στιγμές των Bennet, όμως δεν μπορεί να τρυπήσει την επιφάνεια στα πιο σοβαρά σημεία. Η δραματουργική αδυναμία της ταινίας, επιβαρύνεται και από την ανεπαρκή εμβάθυνση του σεναρίου στο πιο καίριο σημείο του στόρι, που δεν είναι άλλο από τη μεταστροφή των κεντρικών χαρακτήρων, τη συναισθηματική διεργασία που αναγκάζει τον κύριο Darcy να ξεπεράσει την προκατάληψή του και να αποκαλύψει τα πραγματικά του αισθήματα για την νεαρή Lizzy, και την δεσποινίδα Bennet να τσαλακώσει την περηφάνια της και να αποδεχτεί την αμοιβαιότητά τους. Αν θέλετε την άποψή μου, αντί Περηφάνιας και Προκατάληψης, προτιμήστε Λογική κι Ευαισθησία.
(2.5/5)
Όταν είχε βγει το Jumanji, ήμουν γύρω στα 12, οπότε μια ταινία που μεταμορφώνει ένα απλό (και σε άλλες περιστάσεις, βαρετό) επιτραπέζιο παιχνίδι, σε αληθινή περιπέτεια, όπου πραγματικά ζώα κατασκηνώνουν στο σαλόνι σου, το οποίο έχει μετατραπεί σε τροπική ζούγκλα με εξωτικά –και ανθρωποφάγα—φυτά, ήταν μοιραίο να με ενθουσιάσει. Και εδώ που τα λέμε, είχε και μια πρωτοτυπία στο concept, είχε και φοβερά εφέ για την εποχή της, είχε και τον Robin Williams, είχε και την Kirsten Dunst, ήτανε καλή ταινία για δέκα χρόνια πριν.
Λόγω διαστήματος, η δράση περιορίζεται σε ένα και μοναδικό set piece, με την κάμερα να ζορίζεται να βρει διαφορετικές γωνίες λήψης μέσα στο σπίτι που λειτουργεί ως διαστημόπλοιο. Τα εφέ διατηρούν τον ρομαντισμό και την ευαισθησία που μας επέδειξε ο Favreau στο Elf, και οι διάλογοι είναι ασυνήθιστα ρεαλιστικοί, όπως και οι χαρακτήρες, όμως οι επαναλαμβανόμενες σκηνές δράσης και η στατικότητα δε βοηθούν τη Zathura να απογειωθεί. Βέβαια, εγώ μεγάλωσα και παραξένεψα, οπότε μη με ακούτε. Τα σημερινά 12χρονα, σίγουρα θα βρουν τρόπο να το διασκεδάσουν.
(2/5)
Η οικογένεια Getty έχει μόλις μετακομίσει στο νέο της ντιζαϊνάτο σπίτι στα προάστια, χάρη στην προαγωγή του συζύγου, Alain. Η τέλεια ζωή του ερωτευμένου ζευγαριού όμως, ετοιμάζεται να έρθει τούμπα. Όλα ξεκινούν όταν η Benedicte βρίσκει στο σωλήνα του νεροχύτη ένα ημιθανές lemming, ένα μικρό τρωκτικό που θα έπρεπε να βρίσκεται με την οικογένειά του στη Σκανδιναβία, σχεδιάζοντας την ομαδική τους αυτοκτονία –γιατί έτσι είναι η ζωή των lemmings. Το περίεργο περιστατικό συμβαίνει τη βραδιά που οι Getty θα δεξιωθούν τους Pollock, το αφεντικό και τη σύζυγο του Alain, και είναι προφανώς κακός οιωνός, αφού από εκείνο το βράδυ κι έπειτα, η ζωή τους μετατρέπεται σε εφιάλτη με μεταφυσικές προεκτάσεις.
Η κυρία Pollock κάνει σκηνή στον άντρα της καταστρέφοντας το δείπνο, την άλλη μέρα την πέφτει στον Alain, και αργότερα επιστρέφει στον οίκο των Getty για να αυτοκτονήσει στον ξενώνα του. O Alain χτυπά σε αυτοκινητιστικό, η γυναίκα του τον εγκαταλείπει για τον κύριο Pollock, και η κυρία Pollock –ή μάλλον το πνεύμα της—του κρατάει συντροφιά στο σαλόνι τα μοναχικά βράδια, λέγοντάς του πως ο μόνος τρόπος να ενωθεί ξανά με την Benedicte, είναι να κάνει κάτι ώστε κι αυτή να ενωθεί με τον δικό της σύζυγο.
(1/5)
Όπως και να ’χει πάντως, η ταινία της Real, που δομείται εν είδει σπονδυλωτού ιστοριών ανθρώπων με πάθος για την ομάδα απ’ τη Μαδρίτη, ακόμη κι αν καταφέρει να μαζέψει στην αίθουσα τους ποδοσφαιρόφιλους, θα δυσκολευτεί να τους ικανοποιήσει, αφού αφ’ ενός προσφέρει μηδαμινό ποδοσφαιρικό θέαμα, αφ’ ετέρου πάσχει κινηματογραφικά. Η δυσκολία του σκηνοθέτη να πιάσει ικανοποιητικό ρυθμό και να τον κρατήσει -–πρόβλημα εγγενές στις ταινίες-lego—περνά απαρατήρητη λόγω των αδιάφορων ιστοριών, των σχηματικών και των αναξιοποίητων χαρακτήρων, των δευτεροκλασάτων ερμηνειών και της διαδικαστικής σκηνοθεσίας, που εν τέλει δεν καταφέρνει να εμφυσήσει το πιο αναγκαίο των χαρακτηριστικών στην ταινία: το πάθος.
(4/5)
Υποθέτω ότι δε νοείται να υπάρχει κάποιος που δεν ξέρει τι γίνεται στο Skull Island, αλλά έτσι για να γεμίσει μια παράγραφος, θα το αναφέρω στα γρήγορα. Σ’ αυτό λοιπόν το χαμένο σε μια αιώνια ομίχλη νησί, καταφθάνει ένα κινηματογραφικό συνεργείο, που χάρη στον κομματάκι μεγαλομανή, κομματάκι παρεξηγημένο οραματιστή σκηνοθέτη του, καταλήγει αντιμέτωπο αρχικά με μια ομάδα τρελαμένων ιθαγενών, και στη συνέχεια με έναν τεράστιο προϊστορικό γορίλα που αναπτύσσει τρυφερά αισθήματα για την πρωταγωνίστριά τους. Οπότε, όταν ο σεναριογράφος παίρνει τον γορίλα στο κατόπι για να σώσει την πρωταγωνίστρια –με την οποία είναι τσιμπημένος-, ο σκηνοθέτης εκμεταλλεύεται την ευκαιρία για να φυλακίσει τον Kong, και να τον μεταφέρει στο Broadway. Αλλά, ούτε οι πιο γερές αλυσίδες χαλκοχάλυβα (ή κάτι τέτοιο…) δεν είναι αρκετά δυνατές για να κρατήσουν φυλακισμένο το Όγδοο Θαύμα του Κόσμου.
Βέβαια, δεν συντρέχει λόγος ανησυχίας. Υπάρχει άλλη μιάμιση ώρα, στην οποία ο Jackson κατορθώνει να βάλει την… επομανία του σε καλή χρήση και να δημιουργήσει κινηματογραφική μαγεία: μια ρομαντική περιπέτεια που παντρεύει το αίσθημα με τη δράση και την ψηφιακή με την χειροπιαστή πραγματικότητα, με τέτοια πρωτοφανή μαεστρία που νιώθεις λες και ταξιδεύεις πίσω στο χρόνο και ξαναζείς την πρώτη φορά που είδες σινεμά.
Η αγάπη του Jackson για το υλικό του φαίνεται λίγο περισσότερο απ’ όσο θα έπρεπε αφού δεν είναι λίγες οι σκηνές που είναι υπερβολικά μακρόσυρτες και έχουν τον αντίκτυπό τους στο ρυθμό, όμως πέρα από την άρνηση του σκηνοθέτη να καταλάβει τί πάει να πεί "αρκετά", ο Νεοζηλανδός στο δεύτερο μιαμισάωρο δημιουργεί έναν δικό του κόσμο. Ένα νησί ξεχασμένο απ’ το χρόνο και τις θεωρίες του Δαρβίνου, γεμάτο πλάσματα άλλων εποχών να κρατούν παρέα στους ανθρώπους. Δεινόσαυρους με μια ιμπρεσιονιστική πινελιά να τους ξεχωρίζει απ’ αυτούς του Spielberg, εμβληματικές σκηνές δράσεις και αηδιαστικές συμπλοκές με έντομα, που φέρνουν τον Jackson ξανά κοντά στους fans του Braindead και αποκαλύπτουν πόσο καταπιεσμένος πρέπει να ένιωθε όταν γυρνούσε την τριλογία του Άρχοντα.
Και ανάμεσα σε όλα αυτά, βασιλιάς και κυβερνήτης, ένας μοναχικός χορτοφάγος καουμπόη, που επιβεβαιώνει τη θέση του στην κινηματογραφική Ιστορία. Μαζί με τις εξαιρετικές ερμηνείες των ανθρώπων συμπρωταγωνιστών του (ιδίως της Watts που, με τον τρόπο που λιώνει από έρωτα κοιτάζοντας το κενό, θα σε κάνει να το σκεφτείς διπλά την επόμενη φορά που θα αποκαλύψεις αισθήματα σε γυναίκα, αλλά και του Andy Serkis που πίσω από το ψηφιακό τρίχωμα του Kong κάνει πάλι τα απίστευτα), αλλά και την επική δουλειά της WETA στα σχεδόν αψεγάδιαστα ψηφιακά εφέ (η οποία έτσι όπως πάει, σύντομα δε θα χρειάζεται καν σκηνοθέτη για να φτιάχνει ταινίες), κάνουν το δεύτερο μισό του καινούριου King Kong μια εμπειρία άξια να γεμίσει και την μεγαλύτερη των οθονών, και βάζουν το Υπέρ στο Υπερθέαμα. Όσο για το πρώτο... το King Kong παίζει να είναι η πρώτη ταινία στα χρονικά, που στη Director's Cut έκδοση, θα έχει κοπεί υλικό αντί να προστεθεί.
180.000 θεατές "παρουσιάστηκαν" στις κινηματογραφικές αίθουσες στην Ελλάδα και την Κύπρο το τετραήμερο Πέμπτη 8/12 - Κυριακή 11/12 για να απολαύσουν τη "Λούφα και Παραλλαγή: Σειρήνες στο Αιγαίο". Η στρατιωτική κωμωδία του Νίκου Περάκη με πρωταγωνιστές τους Βίκυ Καγιά, Γιάννη Τσιμιτσέλη, Γιώργο Σεϊταρίδη, Βασίλη Χαραλαμπόπουλο, Ρένο Χαραλαμπίδη έκανε το μεγαλύτερο άνοιγμα όλων των εποχών στην Ελλάδα (για ελληνική και ξένη ταινία)!
Sympathy for Lady Vengeance – Η Εκδίκηση μιας Κυρίας
(3/5)
Αυτό, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι το Oldboy ήταν σε μεγάλο βαθμό βασισμένο σε ομότιτλο manga, εξηγούν τη θεματική εγγύτητα αλλά και την ομοιότητα στους τίτλους των δύο ακριανών κομματιών της τριλογίας. Στο τρίτο και τελευταίο μέρος, το Sympathy for Lady Vengeance, ο Chan Wook Park εικονογραφεί την ιστορία της Lee Geum-Ja, που στα 19 της χρόνια κατέληξε στο φυλακή, για την απαγωγή και τη δολοφονία ενός μικρού παιδιού. Επι 13 χρόνια πίσω από τα κάγκελα, η Lee καταστρώνει το σχέδιο για να εκδικηθεί τον άνθρωπο που την έστειλε εκεί.
Το ότι το Oldboy ήταν βασισμένο σε άλλο υλικό, εξηγεί προφανώς και τον μεγάλο βαθμό σεναριακής πολυπλοκότητάς του, γιατί αυτό που εν πολλοίς έκανε το Oldboy την ταινιάρα που ήταν, ήταν το σφιχτοδεμένο, δαιδαλώδες σενάριο και οι αρρωστημένα σοκαριστικές ανατροπές του. Η έλλειψη αυτού του στοιχείου από την Κυρία Εκδίκηση, που μοιάζει περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο με sequel του Κυρίου Εκδίκηση, θα απογοητεύσει όσους γνώρισαν τον Park από την προηγούμενη δουλειά του και περιμένουν να νιώσουν για άλλη μια φορά το μυαλό τους να λιώνει. Ακόμη, είναι πιθανό η εμφάνιση των ίδιων ηθοποιών σε διαφορετικούς χαρακτήρες να προκαλέσει σύγχηση, την οποία δε θα βοηθήσει να ξεδιαλύνει το ασταθές μοντάζ του πρώτου μέρους, όμως, το υψηλής αισθητικής σκηνοθετικό στυλ, η αφηγηματική ιδιαιτερότητα, το μακάβριο χιούμορ και τo αριστουργηματικό ορχηστρικό soundtrack που έκαναν το Oldboy ένα σύνολο καθηλωτικό και άκρως εθιστικό, κάνουν πάλι την εμφάνισή τους στην Κυρία Εκδίκηση, η οποία φυλά για το τέλος μια σεναριακή ανατροπή που θα φέρει τον θεατή σε μια γκροτέσκα σύγκρουση της ηθικής της εκδίκησης με αυτήν της χειροδικίας.
Wallace and Grommit in the Curse of the Were-Rabbit – Γουάλας και Γκρόμιτ στον Τεράστιο Λαχανόκηπο
(3.5/5)
Μερικές μόνο μέρες πριν τον ετήσιο Διαγωνισμό Γιγαντιαίων Λαχανικών, οι φιλήσυχοι κάτοικοι της αγγλικής επαρχίας έρχονται αντιμέτωποι με έναν ανείπωτο τρόμο: ένας γιγαντιαίος λαγός, έχει βάλει στο μάτι τα γιγαντιαία καμάρια τους. Ο Wallace και ο πιστός του Grommit, αναλαμβάνουν να τον βρουν και να τον φυλακίσουν, όμως δεν έχουν ιδέα πόσο μπλεγμένοι είναι ήδη στην ιστορία.
Διανθισμένη με ανατρεπτικό σαρκασμό που θυμίζει τις παλιές καλές εποχές των Monty Python, η πρώτη μεγάλη κινηματογραφική περιπέτεια των δυο δημοφιλών πήλινων ηρώων είναι γνήσιο παιδί της Βρετανικής παράδοσης και μια από τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς. Με προϊστορία 14 ετών στις μικρού μήκους ταινίες, οι δημιουργίες του Nick Park έχουν μαζέψει ήδη τρία Όσκαρ και απ’ ό,τι φαίνεται έχουν βάλει πλώρη για ένα ακόμη μεγαλύτερο. Και δεν τους αδικούμε καθόλου, αφού τα πήλινα αντίστοιχα του Χοντρού και του Λιγνού, φέρνουν στη μεγάλη οθόνη τέτοια χημεία και ενέργεια που θα ζήλευε κάθε κωμικός με σάρκα και οστά που έχει προσπαθήσει να μας κάνει να γελάσουμε τα τελευταία 10 χρόνια.
Cast:
Contact Us