Δες/Κρύψε το trailerΗ Village Films σας προσκαλεί στην Avant Première της σπιντάτης ταινίας Speed Racer. Την Τρίτη 6 Μαΐου στις 8 το βράδυ στα Village 9 Cinemas @ Φάληρο.

(Αν το κλικ δε σου δουλεύει στείλε απλά e-mail: moviesforthemasses@gmail.com)

Δες/Κρύψε το trailer

Κάθε Εβραίος και η μάνα του έχουν μια ιστορία καταπίεσης να διηγηθούν, κι ώσπου να τελειώσει αυτό το ολοκαύτωμα είναι πολύ πιθανό οι ταινίες να 'ναι περισσότερες απ' τα θύματα του κανονικού Ολοκαυτώματος, αλλά υποθέτω πάντα υπάρχει χώρος για περισσότερες, μεγάλες ή μικρότερες. Η συγκεκριμένη εμπίπτει στις μικρότερες, όχι για το εύρος και τις φιλοδοξίες της, αλλά μάλλον για το αποτέλεσμα, όπως το σερβίρει ο Claude Miller, που εκείνη την εποχή ερχόταν στο μάταιο τούτο κόσμο. Στερώντας σου την αγωνία για το φινάλε ανακοινώνοντάς το σαν αφετηρία, σε σπρώχνει σ' ένα στείρο κυνηγητό υπομονής και ενδιαφέροντος, με την υπομονή να εξαντλείται πρώτη λόγω των σκαμπανεβασμάτων του ενδιαφέροντος, και τις αψυχολόγητες αυτοεκπληρούμενες προφητείες που χρησιμοποιεί ο Miller για χαρακτήρες, να περιφέρονται μπρος και πίσω σε ένα σύνολο που αποτελείται από μια αλλόκοτη δομή ταινίας μέσα σε ταινία που διακόπτεται από άλλη ταινία, ώσπου στο τέλος ξεχνάς και ποιο ήταν το μυστικό, και ποιος είναι ο άλλος που σου το έκρυβε, και πότε εμφανίστηκε αυτός που θα το μάθει και γιατί σου το λένε εσένα στην τελική.
Αν υπάρχει ένας λόγος που σέβομαι το έργο του (πιο αναγνωρισμένου, καλλιτεχνικά και εμπορικά, Τσέχου σκηνοθέτη των ημερών μας) Jan Svěrák, είναι επειδή ο μπαγάσας, καταφέρνει μέσα από τις εικόνες του, να αποδώσει τους χαρακτήρες στην πραγματική τους διάσταση. Όπως ακριβώς κάνει εδώ με τον απόμαχο άντρα, που γύρω του κτίζει την ανάλαφρη και με πάμπολλα κωμικά στοιχεία ιστορία. Ο πρωταγωνιστής δεν διανοείται, ακόμη και σε προχωρημένη ηλικία, να αποδεχτεί τον ρόλο του συνταξιούχου σπιτόγατου, που δίπλα στην αγαπημένη του γυναικούλα, από εδώ και μπρος, η δυσκολότερη δουλειά του θα είναι να λαδώνει τις πόρτες του σαλονιού για να μην τρίζουν, ενώ στο νου του περιστρέφονται διαρκώς σουρεαλιστικές εικόνες σεξουαλικής επιθυμίας, για οποιοδήποτε γνωστό ή άγνωστο θηλυκό κυκλοφορεί κοντά του. Ο Τσέχος, συνεργαζόμενος για ακόμη μια φορά με τον --βασικό σεναριογράφο και πρωταγωνιστή-- πατέρα του, ξεφεύγει από τα πολιτικά μοτίβα που τον απασχόλησαν κατά το παρελθόν, κρατώντας μόνο το κοινωνικό στοιχείο στην έκφραση του. Η συγκίνηση και οι συναισθηματισμοί όσο περνά η ώρα ανεβαίνουν σκαλοπάτια και σε συνδυασμό με το γλαφυρό στιλ του ανυποχώρητου (στα πάντα) ήρωα, κάνουν ευχάριστη την παρακολούθηση. Οι αλληγορίες και οι ποιητικές στιγμές του Svěrák όμως, εκτός από κοινότυπες είναι και επαναλαμβανόμενες, δίνοντας σου την εντύπωση, πως το μεγαλύτερο κομμάτι της έμπνευσής του το ξόδεψε, καμιά δεκαριά χρόνια πριν στον δακρύβρεχτο (και οσκαρικό) Μικρό Κόλυα (1996).
Ο Zach Helm, παρόλο που δε μπορείς να τον βάλεις σε κατηγορία ατάλαντου, έδειξε από τη πρώτη του σεναριακή δουλειά, το Stranger than Fiction (2006), τάσεις Charlie Kaufman των φτωχών. Και ο Mr. Magorium, τον οποίο σκηνοθετεί κιόλας, δε ξεφεύγει και πολύ από το ίδιο μοτίβο, παίζοντας σαν ο Willy Wonka των ατόμων με ενδυματολογικές και καταιωνιστικές ανάγκες που σε ρωτάνε αν έχεις ένα ευρώ. Ακόμα μια φορά οι χαρακτήρες του σεναρίου έχουν περάσει κατευθείαν στο στομάχι (είναι δηλαδή η εντύπωση του Helm, που δε συμπίπτει απαραίτητα με τη δικιά σου, και δε προκύπτει απαραίτητα από κάποια λογική ή παραλογική, για το πως μοιάζουν οι ήρωες παιδικού φιλμ), και τώρα ξεκαθαρίζεται, σαν επαναλαμβανόμενο, ακόμα και.. ζωγραφισμένο μότο, ότι θα πρέπει να τους πιστέψεις για να δουλέψει η μαγεία. Αλλά ακόμα και να τους κατασυμπαθήσεις αμέσως όλους, και το μαγαζί μαζί, χωρίς περιττές συστάσεις, όπως είναι η υπόθεση εργασίας, ακόμα και τότε η γοητεία τους διαρκεί βαριά μέχρι το πρώτο τρίτο. Και στη συνέχεια, κουρασμένος από την κατασυγκαταβατική ροή (η μόνη δραματική αντιξοότητα είναι η επιμονή του 243χρονου να αποσυρθεί επειδή λιώσαν τα αγαπημένα του παπούτσια, αλλά τα παραμύθια χρειάζονται και καμιά βρεφοφάγα μπαμπόγρια, ξέρεις), ψάχνεις μόνο τις στιγμές που η κάμερα ξεχνιέται, ενθουσιασμένη, σε κάνα έξοχο παιχνίδι. Οι ερμηνείες δε σώζουν εδώ τη κατάσταση, ειδικά της Natalie Portman με αγορίστικη εμφάνιση και κατατρομαγμένη απέχθεια για οποιοδήποτε εφέ, όμως η σκηνοθεσία όχι μόνο βοηθάει τη μαγεία (διάβαζε τη ψηφιακή επεξεργασία) με γήινα υποκατάστατα αλλά είναι και σίγουρη για ότι θέλει. Έστω κι αν αυτό είναι ο κόσμος της.
Με τον Todd McCarthy να έχει κλέψει τα ξημερώματα τον κεραυνό της ανακοίνωσης του Changeling, της καινούριας ταινίας του Clint Eastwood όπου η Angelina Jolie υποψιάζεται ότι ο γιος που επέστρεψε από απαγωγή.. δεν είναι ο δικός της, το υπόλοιπο πρόγραμμα των φετινών Κανών που αποκαλύφτηκε το πρωί, δεν έκρυβε εκπλήξεις (αν ασχολείσαι, και ειδικά αν όχι). Παλιοί καλοί γνώριμοι σα τους αδερφούς Dardenne και τον Wim Wenders, μαζί με νέους επίσημους καλεσμένους σα τον Ισραηλινό Ari Folman (το κινούμενο ντοκιμαντέρ του οποίου πάει πιθανά στο φεστιβάλ με το μεγαλύτερο υπαρκτό buzz) και τον Αργεντίνο Pablo Trapero, θα κάνουν παρέα στη μοναδική γυναίκα (και δεύτερη επιβεβαίωση ότι το "Νέο Αργεντίνικο Σινεμά" είναι πια ιδιαίτερα.. παραγωγικό, αν όχι τιποτάλλο, όπως φάνηκε και στο Βερολίνο), Lucrecia Martel.| Nuri Bilge CEYLAN | ÜÇ MAYMUN (THREE MONKEYS) | 1h49 | |
| Jean-Pierre et Luc DARDENNE | LE SILENCE DE LORNA | 1h45 | |
| Arnaud DESPLECHIN | UN CONTE DE NOËL | 2h30 | |
| Clint EASTWOOD | CHANGELING | 2h20 | |
| Atom EGOYAN | ADORATION | 1h40 | |
| Ari FOLMAN | WALTZ WITH BASHIR | 1h27 | |
| Philippe GARREL | LA FRONTIÈRE DE L'AUBE | 1h40 | |
| Matteo GARRONE | GOMORRA (Gomorrah) | 2h15 | |
| JIA Zhangke | 24 CITY | 1h47 | |
| Charlie KAUFMAN | SYNECDOCHE, NEW YORK | 2h04 | |
| Eric KHOO | MY MAGIC | 1h15 | |
| Lucrecia MARTEL | LA MUJER SIN CABEZA | 1h27 | |
| Brillante MENDOZA | SERBIS | 1h30 | |
| Kornel MUNDRUCZO | DELTA | 1h32 | |
| Daniela THOMAS, Walter SALLES | LINHA DE PASSE | 1h48 | |
| Steven SODERBERGH | CHE | 4h00 | |
| Paolo SORRENTINO | IL DIVO | 1h50 | |
| Pablo TRAPERO | LEONERA | 1h50 | |
| Wim WENDERS | THE PALERMO SHOOTING | 2h04 | |
Το Tribeca ανοίγει με το.. Baby Mama (2008) και κλείνει με το Speed Racer (2008), συνεχίζοντας ελαφρά τη παράδοση της κατάληψης της συνοικίας και της πόλης από τις μπλοκμπαστεριές που μπαίνουν στη περίοδό τους και ξεκίνησε πρόπερσι με το Mission: Impossible III (2006). Αλλά ένα από τα πιο ενδιαφέροντα φιλμ του (σχετικά πιο προσεγμένου φέτος) διαγωνιστικού του, έρχεται από τη Σουηδία, κάνει αμερικάνικη πρεμιέρα αύριο έχοντας ήδη περάσει από αρκετά ευρωπαϊκά φεστιβάλ (ξεκινώντας από το Rotterdam όπου ήταν από τα πιο αγαπημένα του κοινού), και φέρνει μαζί του φρέσκο παγωμένο αέρα στο χώρο του τρόμου. Το Let the Right One in (2008), παραγωγή της πρωτάρας EFTI, βασισμένο στο ομώνυμο μυθιστόρημα του John Ajvide Lindqvist που κάνει το γύρο του πλανήτη από πέρσι, είναι μια θλιμμένη, ευαίσθητη, ρομαντική ιστορία αγοριού της Βόρειας suburbia που ζει μονάχο και καταξυλοκοπούμενο από τα υπόλοιπα της ηλικίας του, μέχρι που μετακομίζει στο διπλανό του σπίτι χλωμή, σοβαρή, δωδεκάχρονη. Στη διάρκεια του μεγάλου έρωτα που προκύπτει, ότι του καταβροχθίζει, ωμούς, τους γείτονες για πρωινό, είναι μόνο το πρώτο που θα του σκάσει στο κεφάλι.
Παρά τις αλλαγές που φυσιολογικά επήλθαν στη συνέχεια (με πιο τρανταχτό το μαύρισμα του "Will Eisner's" στον τίτλο), τα περισσότερα για τη παραγωγή ήταν γνωστά από την ανακοίνωσή της στη προ-προηγούμενη (San Diego ή σκέτο) Comicon, και τη πρώτη, προωθητική, αφίσα, λίγους μήνες αργότερα. Ο Frank Miller είχε για ήρωα τον Will Eisner, όπως φάνηκε στο θρυλικό του πέρασμα από τον Daredevil στα 80s, και ειδικά στο κλείσιμο - αναφορά στο εξίσου θρυλικό arc του '47, Showdown with The Octopus. Στη συνέχεια έγινε σχεδόν υιοθετημένος γιός του, οι συζητήσεις τους γίναν Βίβλος για τη βιομηχανία, και ανέλαβε το project φυσιολογικά απρόθυμα αλλά τρομάζοντας στη σκέψη ότι θα το επέβλεπε οποιοσδήποτε άλλος, μετά το θάνατο του Eisner. Και αφού το Sin City ήταν ο πιο ξεκάθαρος noir-ish φόρος τιμής του Miller στο μέντορά του, λογικά σχεδίασε τη μεταφορά του Spirit στο ίδιο μοτίβο που κατέβασε με τον Robert Rodriguez, όταν αποφάσισε να δώσει μια ευκαιρία στο Hollywood να κινηματογραφο- ποιήσει δημιουργία του. Επιπλέον, από το πειραχτήρικο δείγμα, το ασπρόμαυρο look θα 'χε την έγκριση του Eisner που πάντα θεωρούσε απλά αναγκαίο κακό το χρωμάτισμα των σκίτσων του, οι αναφορές στην Πόλη αναδεικνύουν τη φανερή αλλά πάντα σε δεύτερη μοίρα αγάπη για τη Νέα Υόρκη του ανθρώπου που γέννησε το Αμερικάνικο Κόμικ, το "I'm on my way" στο τέλος ψιθυρίζει το σεβασμό δασκάλου και μαθητή για τον Chester Gould, η φιγούρα του Denny Colt είναι πολύ πιστότερη στη πρωτότυπη από το προσχέδιο του Miller (αν και η γραβάτα έχει γίνει φουλάρι αεροπόρου) και η μισογκάφα στη σκεπή (στο ρυθμό του θέματος του Ennio Morricone για τους Untouchables (1987)) δείχνει ότι το χαλαρά χιουμοριστικό στιλ του κόμικ δεν καταμαύρισε στο φιλμ.


Από την μια, παιδική αθωότητα, αφέλεια, άγνοια κινδύνου, μωρουδίστικη εμμονή στην προσέγγιση άγριου ζώου και στην απόκτησή του, σαν να πρόκειται για παιχνίδι, για ένα άψυχο κουκλάκι. Στην απέναντι πλευρά επικρατεί η αίσθηση της φυσικής ελευθερίας, της ανεξαρτησίας, αλλά και της αγωνίας για επιβίωση, που περνούν τις συγκινήσεις θεωρητικά σε δεύτερη μοίρα και κάνουν την οποιαδήποτε έννοια φιλίας και συντροφικότητας να φαντάζει ουτοπική. Ο Luc Jacquet, που συστήθηκε στο παγκόσμιο κινηματογραφικό στερέωμα με το αριστουργηματικό La Marche de l'Empereur (2005), με την νέα του δουλειά αποδεικνύει πως είναι ένας από τους καλύτερους μελετητές του φυσιοδιφικού έργου του Jean-Jacques Annaud, προεκτείνοντας το μάλιστα με κάποιες ιδιαίτερες τεχνικές λήψης. Η απλοϊκότητα στην απεικόνιση των συναισθημάτων, έρχεται σε αντιδιαστολή με την ένταση που προκαλούν οι κίνδυνοι της φύσης, όσο η φωνή της Isabelle Carré, αφηγείται σαν ποίημα την περιπέτεια που έζησε σε μικρή ηλικία. Το τελικό πλάνο, φορτισμένο συγκινησιακά, δίνει τις απαντήσεις στα ερωτήματα που θέτει στη διάρκεια ο εξελιγμένος κι εναλλακτικός ντοκιμαντερίστας, συνθέτοντας ιδανική πρόταση ψυχαγωγίας για νεαρούς θεατές, πέραν των συνηθισμένων και πανάκριβων τρισδιάστατων κινούμενων.
Αδιάφορη κομεντί κοστουμιών, για την αλήθεια και την αληθινό-τητα της αγάπης στα χρόνια της χαοτικής απόστασης της μπουρζουαζίας και της καλλιτεχνικής εργατιάς, όπου μας ξεναγεί η εξωγήινη δεσποινίδα Pettigrew που προσγειώθηκε απ' τον πλανήτη της (υλικής και συναισθηματικής) ανέχειας και με τα γουρλωμένα μάτια της έκπληξης, παρακολουθεί ένα τσούρμο ανώριμων, που έχου τα πάντα, ή έστω το ήμισυ, αλλά δεν το'χουν σε εκτίμηση. Ώσπου οι σειρήνες του πολέμουν, τους θυμίζουν την ευθραυστότητα της ύπαρξης (και πόσο μάλλον της ευτυχισμένης ύπαρξης), κι όλοι καταλαβαίνουν σε ποιανού την αγκαλιά ανήκουν πραγματικά, όταν βρίσκονται μαζί στο όποιο Χρυσό Παγώνι και παίζει το όποιο σωστό τραγούδι. Ξέρεις τώρα... Ασφαλές κι ασήμαντο.
Εντελώς ληθαργικοί (με κύριο χαρακτηριστικό τις ατελείωτες αφηγήσεις, ρομαντικών και μη, ιστοριών), ερασιτεχνικά αδέξιοι στη δράση (που αρχίζει μια ώρα περίπου αφότου σε πάρει ο ύπνος), εγκληματικά άκαβλοι (ειδικά για καστ που περιλαμβάνει την Alexis Dziena, τη Lolita του Broken Flowers (2005)), οι Ζάμπλουτοι είναι, φυσιολογικά, ιδανικοί για το θηλυκό κοινό στο οποίο, και μόνο, απευθύνονται. Οι άντρες είναι ηλίθιοι (με πρώτο τον McConaughey που ειδικεύεται πια σε ρόλους ξανθιάς, αν και με μια υποψία συνδυασμού Michael Douglas και Douglas Fairbanks εδώ), οι gay είναι και gay από πάνω, εσύ δεν είναι κακό, αλλά φυσικά και δεν είσαι bimbo, με τόση κλάση πίσω σου, και σπουδές και λαμπρό μέλλον μπροστά σου, γλυκιά μου. Ένα παραμύθι για όλες τις ηλικίες.
Δες/Κρύψε το trailer




Μερικές βδομάδες νωρίτερα η Paramount Vantage (νικήτρια στη μάχη των προσφορών για διανομή) είχε αποφασίσει να αρπάξει από τα μαλλιά κάποιες συγκρίσεις με το μυθικό πια Breakfast Club (1985), με ριμέικ.. της αφίσας του, κομπλέ με σχεδόν πανομοιότυπο tagline, προσθέτοντας κι ένα ακόμα στα τέσσερα λυκειόπαιδα που παρακολούθησε η κάμερα της Nanette Burstein για δέκα μήνες στο μοναδικό σχολείο της Warsaw, Indiana. Το ντοκιμαντέρ βέβαια, όπως βλέπεις, έχει περισσότερη σχέση με τα άπειρα σχετικά ριαλιτοειδή και μη που κατακλύζουν, αντί μουσικής, το MTV εδώ και καμιά δεκαετία τουλάχιστο, αν και στη σύλληψη μοιάζει αρκετά με το σημαντικότερο teen movie των εποχών, παίρνοντας στερεότυπα και ψάχνοντας τους ανθρώπους πίσω από αυτά. Ανθρώπους αποφασιστικά μέτριους, όπως διάλεξε η σκηνοθέτρια και βγάζει μάτι στη σύγκριση των δυο αφισών, φορτωμένους με ένα κάρο σπυράκια προβλήματα και την πίεση να διαγράψουν το μέλλον τους ενώ είναι ανίκανοι και απληροφόρητοι και οι ίδιοι και οι γύρω τους.

Αφού χαιρετίστηκε ως αλληγορική επίθεση κατά του μακαρθισμού, γράφτηκε στην Ιστορία ως ύμνος στην ελευθερία της σκέψης και έκανε ένα πέρασμα ως σλόγκαν των πικετοφόρων κατά των αμβλώσεων (με το θρυλικά προπαγανδιστικά παρερμηνευμένο "a person is a person, no matter how small" προς μεγάλη ανατριχίλα του εμπνευστή του), το παραμύθι του Dr. Seuss αποδεικνύεται και στις μέρες μας τόσο επίκαιρο όσο και γοητευτικό, σε μια γλυκύτατη, αστεία κι αξιαγάπητη μεταφορά, που δείχνει στο κείμενο το σεβασμό και την πίστη που διδάσκει, επενδύοντας στη φαντασία που τραγουδά, για να επαναφέρει στην αρχική υψηλή τους αξία τις μετοχές του στιχοπλόκου παραμυθά, που είχαν στραπατσαριστεί από τους γδούπους της αποτυχίας αποπειρών μεταφοράς στα live action τσίρκα του How the Grinch Stole Christmas (2000) και The Cat in the Hat (2003) σχετικά πρόσφατα. Συγκρατημένο και πετυχημένο χιούμορ δεμένο με το εγγυημένο απ' την υπογραφή των δημιουργών του Ice Age (2002) animation, το Horton Hears a Who δεν προορίζεται πάνθεον, αλλά αποτελεί τουλάχιστον αξιολογότατη επιλογή κυρίως (αλλά όχι αποκλειστικά) για νεαρούς θεατές, με νοήματα και μηνύματα που ποτέ δεν μπορείς να τους πεις αρκετές φορές.
Κι έτσι, ενώ οι αριθμοί θα έπρεπε να κινούνταν πάνω στον πράσινο πίνακα του αμφιθεάτρου, δίπλα σε ρίζες, πρόσημα και ολοκληρώματα, μεταφέρονται σε ένα άλλο ομόχρωμο πεδίο, εκείνο της τσόχας του μπλακτζάκ, με απώτερο σκοπό το κέρδος εκατοντάδων χιλιάδων δολαρίων. Για ποιον λόγο γίνονται όλα αυτά? Αν πιστέψω τον κεντρικό ήρωα που πάνω του κτίζεται το στόρι, έναν νεαρό μα πάμφτωχο φωστήρα, μόνο και μόνο για να βγάλει το ποσόν της υποτροφίας, που οι ιθύνοντες του αρνούνται πεισματικά. Σαν από μηχανής θεός στην ζωή του μπαίνει ο Danny Ocean καθηγητής Rosa (ο Kevin Spacey γερνά, δυστυχώς) που θα οργανώσει το απόλυτο σχέδιο μετρήματος των φύλλων, παράνομο και παράτολμο στον σκοτεινό κόσμο των καζίνο, μα απόλυτα αποδοτικό. Αν πετύχει. Η υπόθεση, πραγματική, παρουσιάζει ενδιαφέρον, άσχετα αν ο σκηνοθέτης Robert Luketic την παρατραβά στα άκρα, μη αποφεύγοντας ούτε τα ηθικοπλαστικά μαθήματα στο φινάλε, αλλά ούτε και τις ρομαντικές ντόπες με το φάρμακο Kate Bosworth, αποσκοπώντας σε μια πιο εμπορική απήχηση του φιλμ ($50mil μέχρι στιγμής στην Αμερική). Αν κάποιος τραβάει άσο πάντως, πετυχαίνοντας το κομπλάν, αυτός δεν είναι άλλος από τον Jim Sturgess, ένα από τα σημαντικότερα πρόσωπα της φετινής σεζόν, που εδώ η τύχη του χαρίζει όσα αδίκως δεν του απέδωσε στο Across the Universe (2007).

Σε φυσιολογικές συνθήκες, ένα κορίτσι κόβεται στα δυο για νταβραντισμένο μορφονιό που δεν έχει ούτε σεντ να αγοράσει δεύτερο ζευγάρι κάλτσες, έχοντας καβάτζα καπή λεφτών αισθημάτων, για να κάνει ταξιδάκια στας Ευρώπας. Όχι όμως και στον κόσμο του Chabrol, που από την στιγμή που κάθεται στην σκηνοθετική καρέκλα, βλέπει παντού γύρω του τεράστια κοντράστ και αντιθέσεις, αποτέλεσμα των μπερδεμένων χαρακτήρων που επεξεργάζεται. Το κορίτσι της ιστορίας, η Ludivine Sagnier, ζητά και σύντροφο και μπαμπά και ασφάλεια και επιβεβαίωση. Ο ηλικιωμένος συγγραφέας, ο François Berléand, ψάχνει την ανανέωση αλλά και τον δίχως αντιρρήσεις αποδέκτη των ανώμαλων βίτσιων του. Ο αλλοπρόσαλλος δανδής, ο Benoît Magimel που κερδίζει εύκολα τις εντυπώσεις, κάνει ότι του καπνίσει, με βασικό κίνητρο την ανεξαρτησία από τον οικογενειακό κλοιό. Τριολέ, ολέ! Στην πιο γλαφυρή ταινία του, ο σκηνοθέτης του Les Cousins (1959), αγκαλιάζει με θέρμη τον Woody Allen και ειδικότερα εκείνον στην πιο πρόσφατή του φόρμα. Και μέχρι ενός σημείου τα πηγαίνει καλά, στην ανάλυση των προσώπων και στην διαλεκτική. Το (αυτο)καταστροφικό φινάλε, σχεδόν σουρεαλισμός σε μαύρο φόντο, χαλάει όμως την συνταγή, αποδεικνύοντας πως δεν είναι κάθε μέρα του Αγίου Match Point (2005).


Η Catherine Breillat έκανε φεμινιστικές τσόντες, πληρώνοντας με περιθωριοποίηση ακόμα και στη διαβόητα ανεκτική πατρίδα της, τριάντα χρόνια πριν οι τσόντες για ξενέρωτες γίνουν, με την ίδια ετικέτα, δίοδος προς την όποια φήμη και τα προς το ζην επίμονα φιλόδοξων σκηνοθετριών. Δεν είναι καθόλου παράξενο λοιπόν, βοήθησε πιθανά κι ένα εγκεφαλικό το οποίο κινδύνεψε να την αφήσει παράλυτη στην αρχή των γυρισμάτων, που η ενδέκατη ταινία της είναι (αντιδραστικά) με διαφορά η πιο ήρεμη της καριέρας της, αλλά φυσικά και η πιο σοδομογομοριάρικη του είδους των σοδομογομοριάρικων εποχής. Με βάση τη πρώτη νουβέλα του Jules Amédée Barbey d'Aurevilly, κατηγορημένη στην εποχή της για ανηθικότητα, η σκηνοθέτρια στήνει ένα δράμα επιφανειακά σεξπιρικό που υπόγεια κατηγορεί άπαντες για αχορταγία, προβάλλοντάς τη, κάπου μη αναμενόμενα, περισσότερο πάνω στον πρωταγωνιστή, τον πρωτόβγαλτο και φυσικά γυναικοποιημένο Fu'ad Ait Aattou (που αντικατέστησε τον πολυάσχολο Louis Garrel), κουβαλητή και του μεγαλύτερου βάρους των ηθικών επιλογών. Απέναντι, η Asia Argento, alter ego της σκηνοθέτριας, κομπλέ με μυστηριώδεις περιπαιχτικές αποκρύψεις του στόματος, κυρίως.. απλά αγαπάει, αλλά κοντά στη συνηθισμένη της ενθουσιασμένη μετριότητα, βγάζει την απαιτούμενη από το ρόλο αγριόγατα μόνο για όσους έχουν δει τέτοια σε φωτογραφία, και τα τατουάζ σε ασυνήθιστα (για την εποχή) σημεία και η σιλικόνη της δε κρύβονται. Ψιλοκακομονταρισμένη από τη μία, καλογυρισμένη από την άλλη (από τον τακτικό Γιώργο Αρβανίτη), η παραγωγή πήγε στις Κάνες, κόστισε όσο και οι δέκα προηγούμενες της Breillat μαζί (σύμφωνα με την ίδια) και φαίνεται όσο και η προσωπική της σφραγίδα. Που βγάζει το αποτέλεσμα από τη μετριότητα, χωρίς να εγγυάται και ότι θα το αντέξεις.


Και κάπως έτσι ξεκινάει η κουβέντα (ή ο διάλογος σύμφωνα με τον τίτλο) ανάμεσα στον ιδιοκτήτη πλέον της οικογενειακής βίλας και τον συνομήλικο του άντρα, που του συμμαζεύει τον κήπο. Οι δύο τύποι, ο επαρχιώτης και ο μπουρζουάς, καμιά σαρανταριά χρόνια από το σχολείο, όταν αμφότεροι αποβλήθηκαν για μια νεανική τους σκανταλιά, θα ανοιχτούν ο ένας στον άλλο, σε συζητήσεις που θα γίνουν σε οποιονδήποτε τόπο και χρόνο, από το ψάρεμα στο κλάδεμα και από τον πρωινό καφέ μέχρι το κολατσό με τις ψημένες ρέγκες, σαν να υποβάλλονται σε κάποιου είδους ψυχοθεραπεία. Ταυτόχρονα ο βετεράνος σκηνοθέτης Jean Becker, για να σπάσει την (φυσιολογική) μονοτονία, παρεμβάλλει ενδεικτικά φλασμπάκ ή και εικόνες που συμβαίνουν στον παρόντα χρόνο, που στην ουσία λειτουργούν σαν γεφυράκια, μέχρι να αρχίσει ξανά και ξανά η διαλεκτική. Δεν χωρά αμφιβολία πως τα λεγόμενα ανάμεσα στους έμπειρους Auteuil και Daroussin, έχουν έξυπνο υπόβαθρο και όσο περνά η ώρα ανεβάζουν και την συγκινησιακή φόρτιση. Από ένα σημείο και μετά όμως, πιστεύεις πως όλα έχουν ειπωθεί και τα φιλαράκια τα λένε, σαν να μην έχουν κάτι σημαντικότερο για να ασχοληθούν.
Ο αυτοεξόριστος Πορτογάλος βέβαια ενδιαφέρονταν κυρίως στις αναπαραστάσεις να είναι υπερμέγεθες το Cão das Lágrimas, το σκυλί που αγριεύει όταν δεν έχει δάκρυα να γλύφει στην Αποκαλυπτική αλληγορία του, κομπλέ με ασαφή χρονολογία, τοποθεσία και ονόματα ηρώων, η οποία ξεκινάει με κοσμοκαταστροφικό γεγονός, επιδημία τύφλωσης, όπως στη Day of the Triffids ειδικά και.. κάθε ιστορία του είδους γενικά, αλλά θέλει να διακρίνει τη πραγματικά ανθρώπινη οπτική, Αν μπορείς να κοιτάς, δες, αν βλέπεις, διόρθωσε, κατά τα λόγια του συγγραφέα στον σκηνοθέτη που τον επισκέφτηκε πριν τα γυρίσματα. Νωρίτερα, στα Κανάρια Νησιά είχε ταξιδέψει ο σεναριογράφος Don McKellar, για να εξασφαλίσει το νομικό δικαίωμα σκηνών μαζικής υστερίας, ομαδικών βιασμών, κατουρημάτων, ξερασμάτων, γρονθογαμησιών, με εφόδιο τη συμμετοχή του στο καστ του Exotica (1994) του Atom Egoyan όταν δεν τον κατηγορούσε ακόμα ο μισός, και πλέον, Καναδάς για τσιμπούσι με τη φορολογία του, του eXistenZ (1999) του David Cronenberg όταν δεν είχε ακόμα ανακαλύψει το μικρό μαγαζάκι των οσκαροδολωμάτων, τη χρόνια στενή σεναριακή στήριξη του Bruce McDonald (The Tracey Fragments(2007)), τις δικές του κοσμοτελειωτικές σκηνοθετικές προσπάθειες (Last Night (1998)).


Αντίθετα με ότι προσποιείται η Αποστολή στη Μπριζ (2008) δεν αντέχει σοβαρή ανάλυση. Αυτό που έφερε στο σανίδι στα τέλη του προηγούμενου αιώνα ο Martin McDonagh, "in your face" μαμετοταραντινικό στιλ όπως είχα συμπεράνει όταν τον έψαχνα για το τρέιλερ, είναι περίπου ότι κουβαλάει και στο πανί. Πολιτικά στραβή, επιφανειακά επηρεασμένη από Tarantino και Lynch, με μαγιά (βλ. εκτελεστές) που δε της έφερε καμιά γειτόνισσα και εμφανείς αδυναμίες (ειδικά στο τέλος) να ζυμώσει συνεκτική ιστορία, η όποια άποψη του συγγραφέα ως αντίβαρο στη πολιτική ορθότητα των '90s που δε πρόσφερε καμία διέξοδο, έχει μείνει φυσιολογικά ξεκρέμαστο βάρος σε ένα κόσμο που προχώρησε. Παρολαυτά όλες οι αδυναμίες της παραγωγής λειτουργούν τελικά υπέρ της. Η απειρία του McDonagh στο να στήσει ένα κάδρο της προκοπής και η ενθουσιασμένα τουριστική ματιά του φέρνουν ένα καλοδεχούμενο ερασιτεχνισμό σε ένα υπερστιλιζαρισμένο πια είδος, η εκβιαστική υπόκρουση με τα πολλά σε πιάνει και εξομαλύνει τις απότομες μεταβολές από ατακαδόρικη μαύρη κωμωδία σε ατελείωτους (και όχι μόνο χρονικά) στοχασμούς, οι μάλλον επιλεγμένοι για το αβανταδόρικο της υπόθεσης (στο γενικότερο πνεύμα του δημιουργού) πρωταγωνιστές το καταδιασκεδάζουν (καλοπερνώντας και εκτός γυρισμάτων). Στη πραγματικότητα η εκπληκτική άνεση όλων, όπως τη βλέπεις στη προώθηση και βάλε, με πρώτο πλάνο τον Colin Farrell --ο οποίος βρίσκει εδώ ότι φαίνονταν να ψάχνει στις επιλογές του τελευταία, έναν εναλλακτικό ρόλο και μια αυθεντικά συμπαθητική ερμηνεία-- και υπόβαθρο την αναμφισβήτητη ικανότητα του Ιρλανδού θεατράνθρωπου σε καινολογίες, κενολογίες και ταυτολογίες, αυτή η υπερπροσφορά στα σημεία είναι που κάνει το συνολάκι απολαυστικό.
Έχοντας περιγράψει αδρά τους χαρακτήρες της και την κλισέ συνάντησή τους στα πρώτα δέκα λεπτά, η Κωνσταντίνα Βούλγαρη (της γνωστής οικογενείας) στο σκηνοθετικό της ντεμπούτο, σκορπάει άλλα 130 για να σχεδιάσει μια αντισυμβατική ερωτική ιστορία δύο περιθωριακών αυτοκαταστροφικών στα όρια της κατάθλιψης (ή και πέρα απ' αυτά) νέων. Ψυχολογική θέση που τους αρμόζει, αφού δουλειά δεν έχουν, λεφτά έτοιμα να ταΐσουν το υπαρξιακό τους κενό να μεγαλώσει δεν έχουν, τίποτα να κάνουν να περάσει η μέρα τους δεν έχουν, και κυκλοφορούν σε μια μισοφωτισμένη εκδοχή των Εξαρχείων, σαν χαρακτήρες πλαστοί, που ο Δημιουργός τούς βρήκε λειψούς και τους παράτησε στο κάτω συρτάρι της πίσω ντουλάπας της αποθήκης στο παλιό σπίτι του παππού. Η ηρωίδα της Βούλγαρη, σαν άλτερ εγκο της, θέλει να κάνει μια ταινία για μια ερωτική ιστορία, όπου δεν γίνεται τίποτα, δεν έχει ίντριγκες, δεν έχει ανατροπές, θελει να το κάνει σαν ψυχοθεραπεία, για να τα βγάλει από μέσα της, πράγμα που υποθέτω μπορεί να το πει κανείς για πολλούς σκηνοθέτες, οπότε αν συμμερίζεσαι την άποψη του ήρωα που της απαντά ότι είναι ωραίο ότι δεν γίνεται τίποτα, θα βρεις ωραίο και το Valse Sentimentale. Που με λίγα λόγια και 
Τα πάντα είναι θέμα παιδείας. Ποιος την έχασε για να την βρουν εκείνοι που έχουν καταστρέψει οποιαδήποτε γέφυρα επικοινωνίας της πολύπαθης ασιατικής χώρας με την έννοια του εκσυγχρονισμού? Εκείνοι που δίπλα στη γυναίκα και στο σύμβολο της ισότητας έχουν τοποθετήσει το απόλυτο μηδέν? Μια μουσουλμάνα μόλις δεκαεννέα Μαΐων, μα με σημαντικό επώνυμο στα καλλιτεχνικά δρώμενα του Ιράν, η Hana Makhmalbaf, παίρνει την κάμερα στον ώμο και ταξιδεύει στα βραχώδη μέρη της κυριαρχίας των Ταλιμπάν, με μοναδικό σκοπό να κριτικάρει το υπέρμετρα περιοριστικό τους καθεστώς. Αυτό που πετυχαίνει είναι να συγκινήσει με την κλαμένη, φοβισμένη ή και με (αμαρτωλό) κραγιόν κακοβαμμένη φατσούλα της παιδούλας, που δηλώνει άγνοια κινδύνου στο μακρύ δρόμο για το σχολειό. Λιτός, με κοφτές εικόνες, δίχως την συνοδεία συναισθηματικής μουσικής και με σφιχτή αφήγηση, δοσμένη μέσα από το αθώο παιδικό πρίσμα, ο Βούδας γνωστοποιεί με στιλ ντοκιμαντέρ το πρόβλημα στον κόσμο. Όσο για το αύριο όλων αυτών των παιδιών? Κάτι θα έχει και για εκείνα ο, κατώτερος, θεός που τα προστατεύει.
Όπως θα περίμενες από τα μπλεγμένα ονόματα του David Zucker και του Leslie Nielsen, το Superhero (2008) επιστρέφει στα βασικά του είδους (της.. παρωδίας ειδών). Αιφνιδιαστική πια συνέχεια και συνάφεια στο σενάριο, ταλέντο και timing στις ερμηνείες --ξεκινώντας από τον εικοσάρη πρωταγωνιστή που έχει πολύ παρελθόν ήδη πίσω του αλλά και φανερά περισσότερο μέλλον--, σχετικά περιορισμένες ποπ αναφορές, με προτίμηση σε πιο δοκιμασμένες από το χρόνο, ξεκινώντας από τον Spider-Man (2002) που πάνω του κλάνει, κυριολεκτικά και κατά βάση, η ταινία. Όπως θα περίμενες από το κατά 30% κάτω από τις προσδοκίες άνοιγμά της στις αμερικάνικες αίθουσες τη προηγούμενη βδομάδα και την έλλειψη δημοσιογραφικών προβολών ακόμα και στην Ελλάδα(!), η παραγωγή της Dimension δε καταφέρνει τελικά να φτάσει ούτε τη μετριότητα περασμένων εποχών. Πρωτάκουστα πλέον (αν σκεφτείς ότι οι διαβόητοι Friedberg & Seltzer πρoτιμούν να αυτοσυστήνονται σα δύο από τους έξι γραφιάδες του Scary Movie (2000)) ο Craig Mazin σηκώνει όλο το σεναριακό βάρος και κάθεται επιπλέον και πίσω από τη κάμερα, όμως προτιμάει τις εύκολες λύσεις και τα βγαζομάτικα χοντρά αστεία χωρίς καν την αίσθηση αυτού που αποδομεί (μοναδικό θετικό στοιχείο του απαράδεκτου διδύμου της Fox). Και σιγοντάρεται από την ηλιθιότητα των δοκιμαστικών ακροατηρίων, αν κρίνεις από κάποιες σκηνές που κόπηκαν (και παίζουν στα credits) για να παραμείνουν άλλες κατάφτυστες (όπως μια ξεκρέμαστη καρικατούρα του Stephen Hawking).
Cast:
Contact Us